Η φυγάδευση του ραββίνου Αθηνών στο Κροκύλειο

Ένα άγνωστο για πολλούς χωριανούς γεγονός, έλαβε χώρα κατά την διάρκεια του χειμώνα 1943-44 στο Κροκύλειο. Ήταν η παρουσία μιας πολύ σημαντικής φυσιογνωμία του Ελληνικού Εβραϊσμού, του Αρχιραββίνου Αθηνών Ηλία Πινχά Μπαρζιλάι που φυγαδεύτηκε από το ΕΑΜ στο Κροκύλειο για να σωθεί από τους Γερμανούς.
Η ιστορία ξεκινάει τον Σεπτέμβριο του 1943, όταν ο Ελιάου Μπαρζιλάι κλήθηκε από την Γκεστάμπο να παραδώσει τις ονομαστικές λίστες των Εβραίων της Αθήνας. Αντί γι’ αυτό όμως, ο ραββίνος μεθόδευσε την καταστροφή μέρους των  αρχείων που κατείχε και την φυγάδευση του υπολοίπου. Παράλληλα ενημέρωσε όσους περισσότερους Εβραίους μπορούσε, για να διαφύγουν από την Αθήνα. Η κίνηση αυτή του ραββίνου είχε σωτήριο αποτέλεσμα για τον Εβραϊκό πληθυσμό  της Αθήνας (έχασε μόλις το 10% του πληθυσμού του έναντι 96% στη Θεσσαλονίκη όπου οι λίστες ονομάτων έπεσαν στα χέρια των Γερμανών). Ο ίδιος ο Μπαρζιλάι φυγαδεύτηκε μαζί με την γυναίκα του και την κόρη του από το ΕΑΜ, στο χωριό Ξηρονομή του νομού Βοιωτίας και κατόπιν στη Δωρίδα. Ερχόμενος στο Κροκύλειο, που αποδείχθηκε τελικώς ασφαλή κρυψώνα από τους Γερμανούς, ο ραββίνος εγκαταστάθηκε στο σπίτι της "Καστανούς" στην πλατεία, ενώ τα Εβραϊκά αρχεία στάλθηκαν για φύλαξη στο Ζωριάνο. Ο Κουπακιώτης Ιατρός Λουκάς Κονανδρέας αναφέρει το γεγονός στο βιβλίο του με τίτλο «Παναγιώτα / Καλύτερα σκοτωμένη παρά, χωρισμένη: Αληθινή ιστορία φόνου» (Captainbook.gr 2051), στις σελ. 47- 48:
«Το επόμενο πρωί, [Ο συγγραφέας αναφέρεται στην επομένη της 29 Αυγούστου 1944 όπου οι Γερμανοί κατέκαψαν το Λιδωρίκι] το Κουπάκι έδωσε το μερίδιό του, όταν το ΕΑΜ ζήτησε βοήθεια από τα γύρω χωριά. Πολλά άλογα και μουλάρια φορτώθηκαν με τρόφιμα, προμήθειες και κουβέρτες και ξεκίνησαν από το χωριό με προορισμό το Λιδορίκι.
Το πόσο πολύ κινδύνευε και το δικό της χωριό από κάποιο μακελειό ή να πυρποληθεί από τους Γερμανούς δεν το ήξερε τότε η Παναγιώτα, καθώς ήλθε στο φως αργότερα. Στο Κροκύλειο το ΕΑΜ έκρυβε τον αρχιραβίνο της Αθήνας, Ηλία Μπαρζελάι, με την γυναίκα του και την έφηβη κόρη του. Και στη Ζωριάνου, μόλις δύο χιλιόμετρα από το Κουπάκι, είχαν κρύψει τα αρχεία της εβραϊκής κοινότητας της Αθήνας. Μόλις κάποιος έδινε μία τέτοια πληροφορία στους Γερμανούς θα κατέφθαναν με τα αυτόματα και τους πυρσούς.»


Τις περισσότερες όμως πληροφορίες για τον ρόλο των Κροκυλειωτών τις αντλούμε από ένα απόσπασμα της Έκθεσης του συνταγματάρχη ε.α. Δημ. Δημητρίου (αντάρτικο όνομα Νικηφόρος) με τίτλο «Η συμμετοχή των Εβραίων στην Εθνική Αντίσταση» που διαπραγματεύεται τις δοκιμασίες Εβραίων πολιτών κατά τη διάρκεια της κατοχής του 1941-44. Ο Συνταγματάρχης  Δημήτρης Δημητρίου (με το αντάρτικο όνομα Νικηφόρος), γεννήθηκε στο χωριό Επτάλοφος (Άνω Αγόριανη) και ήταν ο πρώτος αξιωματικός του ελληνικού στρατού που βγήκε στο βουνό κατά την κατοχή, στις γραμμές ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Πηγή του παρακάτω ντοκουμέντου είναι το Περιοδικό ΧΡΟΝΙΚΑ (Όργανο του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου της Ελλάδας), Αριθ. Φύλλου 104, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1989 και εντοπίστηκε από το μέλος του ΔΣ του Συλλόγου Κώστα Π. Σαΐτη.

Για τον Αρχιραββίνο Αθηνών Ηλία Π. Μπαρζιλάϊ
Στην περιοχή της δράσεώς μου ο Αρχιραββίνος Μπαρζιλάϊ έφτασε το χειμώνα 1943-1944 (περιοχή Φωκίδας). Μαζί του ήταν η γυναίκα του και η μοναχοκόρη του (έτσι νομίζω, ότι ήταν το μόνο τους παιδί). Τους προώθησαν οι οργανώσεις του ΕΑΜ της περιοχής Φωκίδας σε ένα από τα ποιο ασφαλή χωριά της Δωρίδας, το Κροκύλειο. Τους τακτοποίησαν σε ένα θαυμάσιο σπίτι, που ο ιδιοκτήτης του έμενε στην Αθήνα και δεν το χρησιμοποιούσε. Τους προμήθευσαν άφθονα ξύλα, για το τζάκι τους, και τρόφιμα – ότι είχε ο κόσμος, φτωχά πάντοτε. Όμως η κόρη τους αρρώστησε και μάλιστα βαριά. Είχε τύφο, αρρώστια δηλαδή επικίνδυνη για τη ζωή τότε. Κάποια ημέρα στις αρχές του 1944, πέρασα από το Κροκύλειο. Όταν τελείωσα την ομιλία μου σε ένα καφενείο, προς τους κατοίκους του χωριού, η κυρία Σαΐτη (καταγόμενη από την Αμφίκλεια Λοκρίδας και παντρεμένη με τον Κροκυλιώτη Ελληνο-Αμερικανό Σαΐτη) μου σύστησε τον Αρχιραββίνο Μπαρζιλάϊ και την γυναίκα του, που είχαν έρθει να ακούσουν την ομιλία μου, προπαντώς όμως να με ενημερώσουν για τις δυσκολίες τους και για την ασθένεια της κόρης τους. Μου ζήτησαν να πάμε και στο σπίτι που έμεναν. Μαζί με την κυρία Σαΐτη, που τους φρόντιζε και ιδιαίτερα όσο μπορούσε, και με τους συνοδούς μου αντάρτες πήγαμε. Η κόρη τους ήταν πράγματι σε πολύ άσχημη κατάσταση. Τους υποσχέθηκα ότι ια εύρισκα τρόπο, θα έκανα τα αδύνατα δυνατά να τους στείλω τρόφιμα και ιδιαιτέρως τροφές κατάλληλες για την άρρωστη κόρη τους. Πράγματι σε λίγες ημέρες, από άλλο χωριό, η Επιμελητεία του Τάγματος κατόρθωσε να εξασφαλίσει ένα φορτίο έως 80 οκάδες (πάνω από 100 κιλά δηλαδή) που το αποτελούσαν μακαρόνια, ρύζι, ζάχαρι, καφές, συμπυκνωμένο γάλα, όσπρια, τυρί και άλευρα. Όταν, σε λίγον καιρό, ξαναπέρασα από το Κροκύλειο, είχα την ευχαρίστηση να βρω την οικογένεια Μπαρζιλάϊ σε τελείως άλλη κατάσταση. Η κόρη τους είχε μπει στην ανάρρωση. Και οι δύο γονείς ήταν ενθουσιασμένοι. Οι κάτοικοι του χωριού πάντα τους συμπαραστέκονταν με ότι είχαν. Στην επίσκεψή μου εκείνη στο Κροκύλειο, ο Αρχιραββίνος Μπαρζιλάϊ ήρθε στην πλατεία του χωριού και με παρακάλεσε να πήγαινα ξανά στο σπίτι τους, όπως και έγινε. Όταν με τη συνοδεία μου – και με συντροφιά ξανά την κυρία Σαΐτη – φτάσαμε στην κατοικία της οικογένειας Μπαρζιλάϊ, ο Αρχιραββίνος και η γυναίκα του μας υποδέχτηκαν έξω από την πόρτα του ανώγειου διαμερίσματός τους και μέσα από την πόρτα, προστατευόμενη από τον ψυχρό άνεμο στεκόταν η κατάχλωμη αλλά σε ανάρρωση κόρη τους. Και τότε ο Αρχιραββίνος Μπαρζιλάϊ έδωσε συγκινητική επισημότητα στην υποδοχή μας, βρήκε έξοχα λόγια να διερμηνεύσει την ευγνωμοσύνη όλων τους για το καλό που τους είχαμε κάμει. Θυμάμαι πως βρέθηκα σε δύσκολη θέση, προσπαθώντας να βρω και εγώ λόγια το ίδιο ωραία να απαντήσω στην προσφώνηση του Ηλία Μπαρζιλάϊ.
Σώθηκε από την εποχή εκείνη και ένα γράμμα του Αρχιραββίνου Μπαρζιλάϊ για όλα αυτά τα περιστατικά. Σας στέλνω φωτοτυπία του και επειδή μπορεί να είναι δυσανάγνωστο, το αντιγράφω εδώ (με την ορθογραφία του):

«Κροκύλιον, 29 Απριλίου 1944
Προς τον Αξιότιμον Συν/στην Νικηφόρον
Είμαι κάτοχος της επιστολής σας 28 τρέχοντος μηνός και σας ευχαριστώ θερμότατα δια το μεγάλον ενδιαφέρον σας προς εμάς.
Μαζί με την επιστολήν παρέλαβα όλα τα τρόφιμα που μας στείλατε συμφώνως της αποδείξεως παραλαβής που σας στέλνω ξεχωριστά!
Επίσης ακριβώς σήμερα πριν οκτώ ημέρας παρέλαβα από την επιμελητείαν του 5ου Συντάγματος Άνω Παλαιοξάριον τα τρόφιμα που είχαν μείνει εις το Λευκαδίτη και τα οποία είχατε σεις στείλει και καθυστέρησαν να μας τα στείλουν.
Μερικές ημέρες υποφέραμεν από έλλειψιν τροφίμων και σας τηλεγραφήσαμε σχετικώς, αλλά όταν λάβαμε γνώση ότι ανώτερα συμφέροντα της πατρίδος σας απησχόλησαν, δεχτήκαμε την στέρησιν αυτή με υπερηφάνεια και υπομονή, επειδή πρώτα είναι τα συμφέροντα της πατρίδος και δεύτερον τα ατομικά. Εντούτοις δεν θα λησμονήσω ποτέ την μεγάλην ενίσχυσιν που μας προσφέρετε. Η μεγαλυτέρα μου ευχή είναι να στεφθούν όλαι αι ενέργειές σας με επιτυχείες και να αξιοθώμεν να σας δούμε δοξασμένον με την νίκη και την λευτεριά.
Σχετικώς με την παράκλησίν σας εάν έχουμε κάτι να σας ζητήσουμε, σας εκφράζω την βαθυτέραν ευγνωμοσύνη μου για όλα τα τρόφιμα αυτά που με κάνουν σήμερα αρκετά πλούσιο.
Προς το παρών από τρόφιμα δεν έχουμε ανάγκη πλέον. Αλλά θα ήθελα από εσάς, ως ειλικρινής φίλος μας να αποφασίσετε μόνος σας δια το μέρος της διαμονής μας, εάν θεωρείται το Κροκύλειον ασφαλές από πάσης απόψεως να μείνουμε εδώ, μια φορά που είμαστε εγκατεστημένοι και έχομε και αρκετά τρόφιμα. Αλλά εάν η γνώμη σας είναι ότι περισσοτέραν ασφάλεια μπορούμε να έχουμε εις το Γενικόν Στρατηγείον, τότε να έχετε την καλωσύνη να μας στείλετε δύο ή τρεις, οι οποίοι θα μας συνοδέψουν και θα μας βοηθήσουν εις την επίταξιν ζώων εις τα διάφορα χωριά που πρέπει να περάσουμε.
Εν πάση περιπτώσει εμπιστευόμεθα απολύτως εις την κρίσιν σας και σας παρακαλώ να με θεωρήσετε ως έναν εκ των ειλικρινέστερων φίλων σας, ο οποίος βλέπει εσάς έναν από τους γενναίους ήρωας της πατρίδος μας, σαν εκείνους που ξεσκλάβωσαν την Ελλάδα μας το ’21. Είθε ο θεός να είναι πάντα μαζύ σας και να ειδούμε την λευτεριά γρίγορα και να είμαι ευτυχείς να εκπληρώσω κι εγώ τας υποχρεώσεις μου, γνωρίζοντας σ’ όλον τον κόσμο το μεγάλο πατριωτικόν έργον σας, μαζί με όλους τους συναγωνιστάς του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ. Με συναγωνιστικούς χαιρετισμούς εκ μέρους της οικογένειάς μου.
Σας ευχαριστώ δια την μεταβίβασιν της επιστολής του …. (λέξη δυσανάγνωστη)

Μετ’ ειλικρινούς φιλίας
Διατελώ
Ο Αρχιραββίνος Αθηνών Ηλίας Π. ΜπαρζιλάΪ

ΥΓ: Δια τον καφέ ευχαριστούμε ιδιαιτέρως και όταν εξοικονομήσουμε ζάχαρη, θα πιούμε εις την υγείαν σας.
Ο ίδιος
Θα σας παρακαλούσαμε, εάν σας είναι δυνατόν, κει έχετε, να μας στέλνατε ολόγον σαπούνι. Ευχαριστούμεν θερμότατα εκ των προτέρων και συγχωρίστε μας δια τον μεγάλον κόπον που σας δίδομεν.»


(Να μου επιτραπεί να προσθέσω μία γραφική λεπτομέρεια, για τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε, για να εξυπηρετήσουμε την οικογένεια του Ηλία Μπαρζιλάϊ. Στις μετακινήσεις της οικογένειάς του στα ορεινά χωριά, η γυναίκα του Αρχιραββίνου ήταν αδύνατο να κρατηθεί μόνη της επάνω στα σαμάρια των μουλαριών. Ήταν συνέχεια πανικόβλητη, ότι θα έπεφτε στους γκρεμούς των βουνών, και έπρεπε δυο και τρεις χωρικοί να τρέχουν συνέχεια γύρω στο υποζύγιο και να την συγκρατούν να μην γκρεμιστεί και να την ενθαρρύνουν).



Τέλος έγινε μία προσπάθεια μήπως εντοπιστούν περισσότερα στοιχεία για την παραμονή του ραββίνου στο χωριό μας από το Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος και το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο χωρίς κάποιο άλλο αποτέλεσμα, το ΚΙΣ όμως μας έφερε σε επαφή με τον εγγονό του ραββίνου, κ. Νισσήμ Μπενμαγιώρ, ο οποίος μας μετέφερε τις μνήμες της μητέρας του για την φιλοξενία και τη συμπαράστασή των κατοίκων του Κροκυλείου προς την ίδια, κάθε φορά που συζητούσαν στο σπίτι τους τα γεγονότα της Κατοχής. Τέλος συμπληρώνουμε το αφιέρωμα με δύο Κροκυλιώτικες μαρτυρίες:

Η Τομαή (Αποστολακοπούλου) Σοφία μας διηγήθηκε το κάτωθι ανέκδοτο γεγονός που άκουσε από την οικογένειά της:

Ο Μπαρζιλάι, έχοντας πρόβλημα με τα ξύλα που ήταν μεγάλα και δεν χώραγαν στο τζάκι του, μπήκε στο γραφείο της τότε Ταχυδρομικής Υπηρεσίας προκειμένου να ρωτήσει τι κάνουν σε αυτές τις περιπτώσεις χωριανοί. Ας σημειωθεί εδώ πως οι Κροκυλιώτες παρείχαν τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης στο φιλοξενούμενο του χωριού. Σύμφωνα με την μαρτυρία την απάντηση την έδωσε ο Χαράλαμπος Καραμπέλος που βρισκόταν την ώρα εκείνη στο κατάστημα  με την αμίμητη στιχομυθία «Πηδάμ’ απάν’ και τα τσακάμ’» και με  προφορά που δεν άφηνε στο ραβίνο κανένα φυσικά περιθώριο κατανόησης.

και η Λούλα Γιαννακουλοπούλου (Μαρμάρα) της οποίας το πατρικό ήταν στην οδό Αλικαρνασσού 20-22 σε γειτονία με το σπίτι του Ηλία Μπαρζιλάι (στον αριθ. 31), μας μετέφερε την μαρτυρία της μητέρας της Μαρίας Μαρμάρα (Πουρνιά), σύμφωνα με την οποία ένα βράδυ, λίγο μετά μάλλον από την απελευθέρωση της Αθήνας, βρέθηκε αργά στο σπίτι τους ο πρώτος ξάδερφος της Μαρίας, ο ενταγμένος στο ΕΑΜ Λιδωρικιώτης ιατρός Δρόσος Πουρνιάς. Το βράδυ εκείνο ανέφερε στην ξαδέρφη του πως ήταν αυτός που θεράπευσε στο Κροκύλειο την κόρη του ραββίνου αλλά και την σύζηγό του.


Ο μητροπολίτης Κοζάνης Ιωακείμ με αντάρτικη στρατιωτική στολή και ο αρχιραββίνος Αθηνών, Ηλίας Μπαρζιλάι στην Ελεύθερη Ελλάδα το 1944. Σκίτσο του αντιστασιακού καλλιτέχνη Δημήτρη Μεγαλίδη από το Λεύκωμα του Αγώνα (1946). Τα πορτρέτα των δύο ιεραρχών τοποθετήθηκαν μαζί, ως δίδυμο τεκμήριο της πατριωτικής στάσης δύο θρησκευτικών ηγετών στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής.