Τα Κροκύλεια και τα Ομηρικά Έπη

 11 Ιαν 2019
του Χαράλαμπου Κατσίμπα
Απόσπασμα από το βιβλίο «ΟΔΥΣΣΕΥΣ ΛΑΕΡΤΙΑΔΗΣ – ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΣΕΙΡΗΝΩΝ ΣΤΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΕΠΗ»

Η ονομασία «ΚΡΟΚΥΛΕΙΑ» για πρώτη φορά απαντάται στον Όμηρο και συγκεκριμένα στους στίχους Β 630-634 της Ιλιάδας:
«Ο Οδυσσέας οδηγούσε τους τολμηρούς Κεφαλλήνες,
οι οποίοι κατείχαν την Ιθάκη και το φυλλόβουο Νήριτο,
κι ενέμοντο τα Κροκύλεια και την βραχώδη Αιγίλιπα
κι αυτούς που είχαν την Ζάκυνθο και τη Σάμη συνεκμεταλεύοντο
κι όσους ενέμοντο και κατοικούσαν στην απέναντι στεριά».

Σε κανένα άλλο σημείο του κειμένου δεν απαντάται ξανά η λέξη «Κροκύλεια» ενώ τα υπόλοιπα ονόματα, τοποθεσίες κ.ά αναφέρονται αρκετές φορές, τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια και μάλιστα συνοδευόμενα σχεδόν πάντοτε από κοσμητικά επίθετα - ποιοτικά χαρακτηριστικά των περιοχών αυτών, όπως π.χ. η υλήεσσα (δασώδης) Ζάκυνθος, η κραναή (πετρώδης) Ιθάκη, το πολύπυρον (πολύ σιτάρι) Δουλίχιον, η βραχώδης Αιγίλιπα κ.ά.
Οι τοποθεσίες αυτές προβλημάτισαν αρχαίους και σύγχρονους γεωγράφους, ιστορικούς και άλλους ερευνητές, όπως π.χ. τον Θουκυδίδη, τον Στράβωνα, ή ακόμα και μεταγενέστερους όπως τον Σλήμαν και τον Νταίλφελδ, οι οποίοι προσπάθησαν να ταυτίσουν τα αναφερόμενα στα κείμενα ονόματα με την εκάστοτε τοποθεσία και τοπιολογία που τα συνοδεύει.
Αναφερόμενοι στο όνομα Κροκύλειο, παρατηρούμε ότι παρουσιάζεται και ως «Κροκύλι» σε κτήμα της νότιας Λευκάδας, στην περιοχή του Σύβρου. Σαν «Κροκάλι» αναφέρεται επίσης τοπωνύμιο Β.ΒΑ της σήμερα ονομαζόμενης νήσου Ιθάκης.
Επιπλέον ο W.Doerpheld στην προσπάθειά του να ταυτίσει τα ομηρικά Κροκύλεια στο σημερινό χάρτη και δεδομένου ότι τα είχε εκλάβει ως γεωγραφικό χώρο, τα τοποθετεί αυθαίρετα στο σημερινό Μεγανήσι της Λευκάδος.


Πέτρινο περιρραντήριο. Τα περιρραντήρια βρίσκονταν συνήθως κοντά σε βωμούς
και χρησίμευαν για τελετουργικούς σκοπούς.
Σήμερα βρίσκεται εκτεθειμένο στο πάρκο Μακρυγιάννη, στην είσοδο του χωριού Κροκυλείου.

Το γεγονός όμως ότι ο γεωγράφος - ποιητής Όμηρος δεν αποδίδει επιθετικό προσδιορισμό στη λέξη «Κροκύλεια» ενώ για όλες ανεξαρτήτως τις άλλες τοποθεσίες δίδει, μπορεί να μας οδηγήσει στη σκέψη ότι τα «Κροκύλεια» δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο του Ιονίου, οπότε θα πρέπει η τοποθεσία αυτή να αναζητηθεί γεωγραφικά κάπου αλλού, που θα έχει άμεση σχέση με τον Οδυσσέα και την επικράτειά του. Εκεί, στον Παρνασσό λοιπόν, ερευνώντας την γύρω ορεινή περιοχή ανακαλύπτουμε ένα χωριό που ονομάζεται «Κροκύλειο».
Για το χωριό αυτό το Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδας των Σταματελάτου και Βάμβα μας παρουσιάζει τα ακόλουθα:
«Κροκύλειο το : 1. Αρχαία αιτωλική πολίχνη, στο ΝΔ άκρο του σημερινού νομού Φωκίδας στη Δωρίδα, άγνωστο πού ακριβώς. Μία άποψη την τοποθετεί ανάμεσα στους σημερινούς οικισμούς Τείχιο και Παλαιοξάρι. 2. (έως 1928 Παλαιοκάτουνο) Οικισμός της Δωρίδας, στις πλαγιές της κορυφής άγιος Νικόλαος, νομού Φωκίδας, δήμος Βαρδουσίων (έως 1997 επαρχία Δωρίδας, κοινότητα Κροκυλείου ). Κάτοικοι το 1991. 383. ) υψόμετρο 840».

Παρνασσός λεγόταν τότε ολόκληρη η περιοχή των σημερινών επαρχιών Παρνασσίδας και της Δωρίδας. Το όνομα «Δωρίδα», ιστορικά εξακριβωμένο, το απέκτησε η περιοχή αργότερα, μετά την υποτιθέμενη κάθοδο των Δωριαίων γύρω στο 1200 π.Χ περίπου.
Στην επικράτεια του Αυτόλυκου και συγκεκριμένα στο χώρο του σημερινού χωριού Κροκυλείου, δημιουργήθηκε ένας σημαντικότατος «Δωρικός» πυρήνας. Ο οικισμός τότε ονομάσθηκε «Κυτίνιον» και βρισκόταν στα απομεινάρια του αρχαιότερου Αχαϊκού (Μυκηναϊκού) οικισμού του Δήμου Κροκυλείων.
Το Κυτίνιον λοιπόν στη συνέχεια ακολούθησε την εξής γλωσσική εξέλιξη αλλά και παραφθορά:
ΚΥΤΙΝΙΟΝ - (Το Δωρικό του όνομα μετά την μετακίνηση των πληθυσμών από τους σεισμούς που έγιναν κατά την πρωτοϊστορική εποχή – έκρηξη ηφαιστείου Σαντορίνης),
ΠΑΛΑΙΟΝ ΚΥΤΙΝΙΟΝ - (με το πέρασμα των χρόνων),
ΠΑΛΑΙΟΚΑΤΟΥΝΟΝ ή ΠΑΛΙΟΚΑΤΟΥΝΟΝ - (μεταγενέστερη ονομασία επί το λαϊκότερον).
έως το 1915 οπότε από κάποια χαρισματική έμπνευση αποφασίσθηκε να χρησιμοποιηθεί ξανά το αρχικό του όνομα ΚΡΟΚΥΛΕΙΟΝ (Φ.Ε.Κ του 1915), από το Δήμο Κροκυλείων, που ήταν η επικράτεια και κατοικία του Αυτόλυκου, άρχοντα του Παρνασσού.

Πέτρινη βάση κίονα, που βρίσκεται στο μικρό πάρκο Μακρυγιάννη, στην είσοδο του Κροκυλείου.

Στον Αβορίτη, οικισμό του Κροκυλείου που τώρα είναι πλέον εγκαταλελειμμένος, γεννήθηκε το 1797 ο ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης Στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης. Προς τιμήν του διοργανώνονται πολιτιστικές εκδηλώσεις, τα «Μακρυγιάννεια», κάθε τέσσερα ή δύο χρόνια στα μέσα του Αυγούστου, ενώ κάθε χρόνο στις 20 Ιουλίου γίνεται εορτή προς τιμήν του Προφήτη Ηλία.

Στο Κροκύλειο επίσης πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής της, παντρεμένη με τον Κωνσταντίνο Αρμάο, η Μαρία Πενταγιώτισσα. Ο τάφος της δεν έχει εντοπιστεί μετά βεβαιότητος, καθώς τη δεκαετία του '70 έγινε μεταφορά του νεκροταφείου του χωριού στη θέση Άγιος Κωνσταντίνος.

Το Κροκύλειο μετά τις αυτοδιοικητικές αλλαγές του Καλλικράτη ανήκει πλέον στο Δήμο Δωρίδος με έδρα το Λιδωρίκι. Το κλίμα του είναι αρκετά ψυχρό, χιόνι και παγετός κατακλύζουν το χωριό κατά το χειμώνα. Οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με την κτηνοτροφία, ωστόσο οι διαθέσιμοι πόροι δεν ήταν αρκετοί, με αποτέλεσμα τη μαζική μετανάστευσή τους, ιδιαίτερα προς τις ΗΠΑ, κατά τη δεκαετία κυρίως του 1950. Από τότε έως και σήμερα ο πληθυσμός του χωριού παραμένει μικρός.

Ένας Κροκυλειώτης, ο Δημήτριος Υφαντής, στο βιβλίο του, περιγράφει το χωριό του:
«Εκεί ψηλά, στα ορεινά της βορειοδυτικής Δωρίδας και σε υψόμετρο 850 μ. βρίσκεται, σε πανοραμική θέση, το γραφικό Κροκύλειο. Ήταν παλιότερα ένα μεγάλο κεφαλοχώρι με πολλή ζωντάνια και μεγάλη κίνηση. Όμως, σήμερα, απ το να μέρος η ανέχεια και απ το άλλο η αστυφιλία και η μετανάστευση, το απογύμνωσαν απ τους κατοίκους του, και τώρα έχουν ξεμείνει πολύ λιγοστοί. Κι εκείνοι γέροι, οι πιο πολλοί, και ανήμποροι».

Το Κροκύλειο, όπως και όλοι οι αρχαίοι οικισμοί έπρεπε να έχουν πρόσβαση στα νερά της περιοχής. Το χωριό πράγματι διαθέτει μέχρι και σήμερα άφθονες πηγές και τρεχούμενα νερά. Χαρακτηριστικό αξιοθέατο αποτελεί η λεγόμενη «Μεγάλη Βρύση», όπου έξι πέτρινες κούπες με σκαλισμένες μορφές προυχόντων της εποχής, αναβλύζουν μέχρι σήμερα άφθονο νερό. Η Μεγάλη Βρύση με τις έξι πέτρινες κούπες φτιάχτηκε το 1899, όταν πρόεδρος του κοινοτικού συμβουλίου ήταν ο Γιώργος Μαρμαράς.

Κιβωτιόσχημος τάφος που βρέθηκε συλημένος βόρεια του οικισμού Κροκυλείου. (Αρχαία Κροκύλεια)

H Δ. Αυγερινού στο βιβλίο της «Τα βότανα και η χρησιμότητά τους» αναφέρει για τον κρόκο:
«ΚΡΟΚΟΣ. Πολυετές φυτό. Στη Μακεδονία στο νομό Κοζάνης έχει δώσει το όνομά του σ’ ολόκληρη κωμόπολη που καλλιεργεί τον Κρόκο. Χρησιμοποιείται κυρίως σαν καρύκευμα και για τη χρωστική του ουσία σε τυριά, βούτυρο κ.λ.π. Έχει όμως και αξιόλογες θεραπευτικές ιδιότητες. Είναι εμμηναγωγός, αντισπασμωδικός, τονωτικός. Επίσης χρήσιμος στις γαστραλγίες, τις υστερίες, τους πόνους των δοντιών και του κοκκύτη. Ρίχνουμε 2-3 πρέζες άνθη σε ένα λίτρο βραστό νερό και πίνουμε 2 - 3 ποτήρια…»

Ο Απολλώνιος Ρόδιος μας ενημερώνει:
«Για πρώτη φορά αυτό φύτρωσε σαν έσταξε κάτω στο χώμα εκεί στα πλάγια του Καύκασου, ο ματωμένος ιχώρ από τον αετό που έτρωγε το ωμό συκώτι του δύστυχου Προμηθέα. Και αυτό το άνθος ανέβηκε σε ύψος ίσα με ένα πήχυ και ήταν το χρώμα του ίδιο με τον Κηρύκιο κρόκο, που κρεμόταν σε δυο βλαστάρια του φυτού. Η ρίζα του μέσα στο χώμα, μοιάζει με φρεσκοσφαγμένο κρέας».
Τα Αργοναυτικά (851-857)

Ο επίσκοπος Αθηναγόρας έχει την δική του ερμηνεία:
«Κροκύλεια - κρόκος = ξανθόν, κίτρινον, χρυσοειδές.
κρόκος αυγού = λόγω του χρώματος».

Ο Ε. Κοφινιώτης εντοπίζει το φυτό κρόκος στο ομηρικό κείμενο:
«Ο Ζεύς μετά της Ήρας εκοιμήθη εν λιμώνι όστις έφυε πόαν, λωτόν, κρόκον, (Ιλιάδα Ξ 348)».

Aπό την Garden Encyclopedia CD-R της σειράς «Books That Work», εντοπίζουμε δύο φυτά Montbretia του γένους Crocosmia, την Crocosmia lucifer και την Crocosmia masoniorum. Για την πρώτη η ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια αυτή αναφέρει τα εξής εντυπωσιακά:
«Αυτή η υβριδική Montbretia είναι ένα ανώτερο είδος με πλούσια χρωματιστά λουλούδια . Είναι αποτέλεσμα ενός σπάνιου διγενικoύ υβρίδιου, που σημαίνει ότι οι γονείς του ήταν από δύο διαφορετικές γενεαλογικές καταγωγές των φυτών».
Φυτό κρόκος. Τοιχογραφία. Τέλη Μεσοκυκλαδικής περιόδου, π. 1650 π.Χ. Θήρα, Ακρωτήρι (συγκρότημα Δ,δωμάτιο Δ2). Διαστάσεις 250 χ 260 εκ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

 Ο Γερ. Κατωπόδης αναφέρεται στη γειτονική Αιτωλία περιγράφοντας τη γεωγραφική και πολιτισμική απομόνωση ορισμένων επικρατειών (geographic isolation) δίνοντας έτσι πληροφορίες για την ευρύτερη περιοχή. Συνεπώς, μπορούμε να αντιληφθούμε τις δυσκολίες του Αυτόλυκου κατά την πορεία του από τον Παρνασσό στην Ιθάκη:
«Ο αιτωλικός πληθυσμός στερείτο την ζωή των πόλεων, η οποία δια της συγκεντρώσεως περισσοτέρων πολιτών εντός μιας οχυρωμένης θέσεως, παρείχε προστασία αλλά και κίνητρο προς την πολιτική και κοινωνική δράσι, ευημερία, πρόοδο και εξέλιξη. Οι αιτωλικοί συνοικισμοί δεν ήταν πυκνοί και αξιόλογοι, ώστε να έχουν επαφή ή σύνδεσμο με τη θάλασσα, την μόνη και ασφαλή τότε οδό της προόδου. Ούτε δρόμοι, ούτε λιμένες υπήρχαν στον αιτωλικό χώρο, που να οδηγούν τους Αιτωλούς σε επαφή με τον ακμάζοντα ελληνικό κόσμο. Έτσι οι Αιτωλοί παρέμειναν άγνωστοι από τον ελληνικό κορμό, ο οποίος τους λησμόνησε και εθεωρούντο ξένοι από τους άλλους Έλληνες, τόσον ώστε ο Θουκυδίδης υιοθετεί την κακόβουλη πληροφορία των Ναυπακτίων, ότι οι Αιτωλοί ήταν «ωμοφάγοι».

Το τελευταίο βέβαια είναι μια υπερβολή, όμως είναι γεγονός, ότι οι Αιτωλοί ήταν διαφορετικοί στα ήθη από τους άλλους Έλληνες. Περισσσότερον ή ολιγώτερον τραχύς και απολίτιστος ο αιτωλικός λαός παρέμεινε, απομεμονωμένος στην ορεινή και ακραία τοποθεσία του και δεν συνεισέφερε τίποτε στην προσπάθεια των άλλων Ελλήνων, δια την δημιουργία του θαυμαστού πολιτισμού της κλασσικής περιόδου».
Αυτό υποδηλώνει λοιπόν και τις δυσκολίες που θα είχε αντιμετωπίσει ο Αυτόλυκος προκειμένου να μεταβεί από τον Παρνασσό – Κροκύλειο στη Λευκάδα – Ιθάκη. Προφανώς, συμμορίες ληστών που λυμαίνονταν την περιοχή καθιστούσαν το ταξίδι αυτό ιδιαίτερα επικίνδυνο. Η δε γεωμορφολογία του εδάφους είναι τέτοια που σχεδόν σε κάθε σημείο του θα μπορούσε να στηθεί μια επικίνδυνη ενέδρα για τους διερχόμενους ταξιδιώτες. Εξάλλου και ο ίδιος ο συγγραφέας – ερευνητής το αναφέρει αμέσως παρακάτω:
«Οι ενέδρες, οι επιδρομές και ο αιφνιδιασμός είναι το πολεμικό τους σύστημα, που μειονεκτεί στις «μάχες εκ παρατάξεως». Έτσι έθνη λιγότερο πολεμικά, όπως οι Αχαιοί, τους εμποδίζουν επιτυχώς να εγκατασταθούν στην παραλία και τους αποστερούν από την κατοχή καθαρώς αιτωλικών πόλεων, όπως η Καλυδών και η Ναύπακτος».
«... η στρατιωτική δύναμη των Αιτωλών είναι περιορισμένη, κατά την εμφάνισή των στο προσκήνιο της Ελληνικής Ιστορίας. Στερούνται άρτιας στρατιωτικής οργανώσεως, δεν γνωρίζουν την πολιορκητική τέχνη, δεν έχουν ναυτικό, το ιππικό τους ευρίσκεται στα σπάργανα. Διακρίνονται μόνον στο άτακτο πόλεμο».

Στην Αιτωλία ανήκε ήδη απ τον 5ο αι π.Χ το λεγόμενον «Στόμιον του Δάφνου» ή αλλιώς οι εκβολές του σημερινού ποταμού Μόρνου.
«Πολύ πριν από της προσαρτήσεως της Ναυπάκτου μνημονεύεται μία Αιτωλική πόλη, η Απολλωνία, ενώ επί της δεξιάς όχθης του Δάφνου, το Ευπάλιον, ο λιμήν των Ερυθρών και ο Οινεών είναι οι πρώτες Λοκρικές πόλεις. Άνωθεν της λοκρικής αυτής και στενής παραλίας, ευρίσκετο μία δέσμη μικρών αιτωλικών συνοικισμών, με φυσική οχύρωση, γνωστών από την εκστρατεία του 426 π.Χ. όπως π.χ. το Κροκύλειον, το Τείχιον, η Ποτιδάνεια και τέλος το Αιγίτιον. Οι συνοικισμοί αυτοί ανήκουν στους Αποδωτούς και ευρίσκονται ανατολικά του Δάφνου, διότι ο Θουκυδίδης δεν αναφέρει διάβαση του ποταμού από τους Αθηναίους».
«Η πορεία του Δημοσθένη στο έδαφος των Αποδωτών μας βεβαιώνει, ότι οι μικρές αυτές κώμες των Αιτωλών, τις οποίες κατέλαβε κατά την Αθηναϊκή εισβολή, όπως η Ποτιδανία, το Κροκύλιον, το Τείχιον, δεν ευρίσκοντο περισσότερον από μιας ημέρας πορεία από την θάλασσα. Εκ τούτων διαφαίνεται ότι οι Αποδωτοί εκατοικούσαν την μέση περιοχή του Μόρνου ή Δάφνου των Αρχαίων». (Γερ. Κατωπόδης – Αιτωλική Συμπολιτεία).

Ο ποταμός Μόρνος αποτελεί μέχρι και σήμερα το φυσικό όριο των διοικητικών περιοχών Αιτωλίας και Φωκίδας. Ο νομός Φωκίδας ξεχώρισε από τον εκτεταμένο νομό Φθιωτιδοφωκίδας με το νόμο 2230 του 1943 και αποτέλεσε ξεχωριστό νομό με έδρα την Άμφισσα και δύο επαρχίες, Δωρίδας και Παρνασσίδας. Διαφαίνεται ότι πολιτισμικά οι δύο νομοί Φωκίδας και Φθιώτιδας είχαν πολλά κοινά χαρακτηριστικά (ήθη και έθιμα). Αυτό πιθανόν συνέβαλε και στην προσέγγιση της Αντίκλειας με τον όμορο βασιλέα της Φθίας.

Ο Ε. Σκιαδάς μας εξιστορεί για το νομό Φωκίδος:
«Ο νομός Φωκίδος - ως ανεξάρτητος νομός - σχηματίστηκε με το νόμο ΒΧΔ΄ της 6ης Ιουλίου 1899 (ΦΕΚ 136), «Περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους» και τον αποτέλεσαν οι επαρχίες Παρνασσίδος και Δωρίδος. Ως έδρα ορίστηκε η Άμφισσα.
Με το νόμο ΓΥΛΔ΄ της 16ης Νοεμβρίου 1909 (ΦΕΚ 282 Α΄) καταργήθηκε ο νομός Φωκίδος και η διοικητική του περιφέρεια αποτέλεσε τμήμα του ανασυσταθέντος νομού Φθιώτιδος και Φωκίδος.
Στη μοναδική απογραφή του νομού Φωκίδος που έγινε το έτος 1907, ο νομός είχε πληθυσμό 62246 κατοίκους.»


Για το δήμο Παρνασσίων ο Ε. Σκιαδάς μας αναφέρει:
«Ο δήμος Παρνασσίων σχηματίσθηκε από χωριά και οικισμούς του δήμου Αμφισσέων και εμφανίστηκε - επισήμως - στο Παράρτημα του υπ’ αριθ. 2 ΦΕΚ/1837 «Γενικός Πίναξ των δήμων του Κράτους», ως δήμος της επαρχίας Παρνασσίδος με έδρα το χωριό Τοπόλια. Κατατάχθηκε στη Γ΄ τάξη. Ο δημότης ονομάσθηκε Παρνάσσιος.
Με το Β.Δ. της 31ης Δεκεμβρίου 1868 (ΦΕΚ 9/1869) «Περί καταργήσεως των δώδεκα επαρχείων του Κράτους» καταργήθηκε το επαρχείο Δωρίδος και η διοίκηση της επαρχίας ανατέθηκε στον έπαρχο Παρνασσίδος.
Με το Β.Δ. της 20ης Φεβρουαρίου 1869 (ΦΕΚ 13) «Περί ανασυστάσεως δέκα εκ των καταργηθέντων επαρχείων», και με το άρθρο 1 ανασυστάθηκε το επαρχείο Δωρίδος.
Με το νόμο ΒΧΔ’ της 6ης Ιουλίου 1899 (ΦΕΚ 136) «Περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους», διατηρήθηκε η επαρχία Δωρίδος ως επαρχία του νεοσχηματισθέντος νομού Φωκίδος.
Ο νόμος ΓΥΛΔ’ της 16ης Νοεμβρίου 1909 (ΦΕΚ 282 Α’), «Περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους», κατήργησε το νομό Φωκίδος και η επαρχία Δωρίδος υπάχθηκε στον ανασυσταθέντα νομό Φθιώτιδος και Φωκίδος.



Στο απόσπασμα του πολυθεματικού χάρτη της εταιρείας "Anavasis" διακρίνεται ο αρχαιολογικός χώρος με την ονομασία "ΚΡΟΚΥΛΕΙΑ" Β-ΒΔ του σημερινού χωριού Κροκυλείου

Βλέπουμε ότι η επαρχία του Παρνασσού είχε τη δική της «Οδύσσεια» κατά την σύσταση και τη συγκρότησή της στα γρανάζια του κρατικού μηχανισμού του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους.

Η ιστορική συνέχεια όμως είναι έντονα αποτυπωμένη στην περιοχή και το πλήθος των αρχαίων μνημείων συνδέουν άρρηκτα το παρόν με το παρελθόν. Ο ναός του Απόλλωνα π.χ. βρισκόταν στη θέση της εκκλησίας του προφήτη Ηλία ή, για να ακριβολογήσουμε, η εκκλησία του προφήτου Ηλιού είναι κτισμένη στα ερείπια του ναού του θεού του Ηλίου. Ανάμεσα στην περιοχή αυτή περίπου πρέπει να οριοθετείται ο πανάρχαιος οικισμός του Αυτόλυκου, αλλά και του Δωρικού Κυτινίου αργότερα.
Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στην πλατεία του Κροκυλείου κτίστηκε το 1857 και το καμπαναριό της με το ρολόι προστέθηκε το 1910. Και τα δύο κατασκευάσθηκαν με υλικά (πελεκημένες πέτρες) που βρέθηκαν στα ερείπια αρχαίου ναού του Ποσειδώνα στη σημερινή θέση του εξωκλησιού του Αγίου Νικολάου (σε μεγαλύτερο υψόμετρο από τον σημερινό οικισμό του Κροκυλείου, αλλά πάντως κοντά στο χωριό). Οι επεξεργασμένες αυτές πέτρες μεταφέρθηκαν με καμήλες από το ύψωμα του Αγίου Νικολάου, όπου υπήρχε έτοιμο δομικό υλικό από τον αρχαίο ναό, στην κεντρική πλατεία του χωριού, όπου και ανεγέρθη ο σύγχρονος χριστιανικός ναός του αγίου Γεωργίου.
Ο ναός του Ποσειδώνα (στην περιοχή του Αγίου Νικολάου που δεσπόζει στο Κροκύλειο) ακόμα και γκρεμισμένος από τις χιλιετίες διακρινόταν μέχρι σχετικά πρόσφατα, έως ότου το υλικό του, οι λαξευμένες κ.α. πέτρες, χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση της σύγχρονης κεντρικής εκκλησίας του χωριού.
Εφόσον ο αρχαίος ναός ανήκε στον Ποσειδώνα, αυτός θα «επέτρεπε» η μεταφορά των υλικών να γίνει με πλοία μιας και η θάλασσα ήταν κυρίως το μέρος που διαφέντευε. Πράγματι, οι καμήλες οι οποίες μετέφεραν τα υλικά, καθώς λεν οι προφορικές παραδόσεις των κατοίκων της περιοχής, λέγονται αλλιώς και «πλοία της ερήμου».

Ερείπια από τον αρχαίο οικισμό Κροκύλεια. Αρχαίο υλικό εγκλωβισμένο μέσα σε νεότερη αναβαθμίδα Αρχείο: Π. Μπακαρέζος


O Μπάμπης [Χαράλαμπος] Κατσίμπας γεννήθηκε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1951 αλλά κατάγεται από το Κροκύλειο. Σπούδασε τεχν. Πολ. Μηχανικός στην Αθήνα και στη συνέχεια Περιβαλλοντικές Επιστήμες στο πανεπιστήμιο του Denver στο Colorado, με διπλή κατεύθυνση, στην Οικολογία και στην Γεωγραφία. Δούλεψε για πολλά χρόνια στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, στον τομέα της διατήρησης και προστασίας της άγριας ζωής και των βιοτόπων, πάνω σε αντικείμενα της ειδικότητάς του. Είναι πολυταξιδεμένος τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Από το 1992, ερευνά τη Γεωγραφία του Ομήρου και έχει κάνει δημοσιεύσεις και σχετικές παρουσιάσεις. Έχει ακόμα γυρίσει και ένα ντοκιμαντέρ Γερμανικής παραγωγής για το ταξίδι επιστροφής του Οδυσσέα και την πραγματική Ιθάκη.
Για πολλούς θεωρείται δεινός ομηριστής. Άλλωστε αφιέρωσε πάνω από 25 χρόνια στην έρευνά του για το Ομηρικό ζήτημα που έχει χυθεί πολλή μελάνη, διεθνώς και ακόμα συζητιέται μετά πολλού πάθους. Ο ίδιος ανατρέπει τις τρέχουσες παραδεδεγμένες αντιλήψεις για τη γεωγραφία και την ιστορία του Ομήρου. Με την σειρά βιβλίων , με υπέρτιτλο "Οδυσσεύς Λαερτιάδης" θα δώσει στην δημοσιότητα όλο το υλικό της ερευνάς του (το οποίο είναι υπέρογκο) με αποδεικτικές διαδικασίες και φυσικά επιστημονικές τεκμηριώσεις.

Το βιβλίο του με υπέρτιτλο, ΟΔΥΣΣΕΥΣ ΛΑΕΡΤΙΑΔΗΣ και τίτλο ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΣΕΙΡΗΝΩΝ ΣΤΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΕΠΗ, εκδόθηκε πρώτη φορά το 2017 από τις εκδόσεις Φιλία Εκδοτική (Αριθμός σελίδων: 264 ISBN: 978-618-81029-3-4). Ο συγγραφέας τον Αύγουστο του 2007 πραγματοποίησε στο Κροκύλειο  μία παρουσίαση της έρευνάς του με τίτλο "Τα Κροκύλεια στα Ομηρικά Έπη".