Κοινωνικά
Ταγματάρχης Louis N Saites (Λεωνίδας Σαΐτης): Ο Έλληνας με την πολυκύμαντη καριέρα στον Αμερικανικό Στρατό.
16/12/2020
Bilingual Article In Greek and English

«Η δράσις του κατά τον Β΄ ΠΠ, με το Σώμα Αντικατασκοπείας, στην Ισλανδία και την Ιρλανδία. Η συμμετοχή του στις φονικές μάχες της Γαλλίας. Ο τραυματισμός η αιχμαλωσία και η απόδραση. Η εμπλοκή του μεταπολεμικά στην “Υπόθεση Roswell” και οι αναγνωριστικές πτήσεις στον Πόλεμο της Κορέας.»



Ο Ταγματάρχης Louis Nick Saites γεννήθηκε στις 22 Νοεμβρίου 1923 στην πόλη Davenport της πολιτείας της Iowa και ήταν γιος Έλληνα μετανάστη. Ο πατέρας του ονομαζόταν Nicholas L. Saites και είχε γεννηθεί στις 26 Μαρτίου 1900, στο χωριό Κουπάκι Δωρίδος (Νομός Φωκίδας). Η οικογένεια τού Νικόλα ήταν φτωχή και σύντομα ο πατέρας του αναγκάστηκε να αναζητήσει δουλειά στις ΗΠΑ, παίρνοντας μαζί του και τον Γιάννη, τον μεγάλο γιο της οικογένειας. Τα χρόνια πέρασαν και κατά την διάρκεια της εφηβικής του ηλικίας, ο 16άχρονος Νικόλαος Σαΐτης αποφάσισε να φύγει κι αυτός για την Αμερική, μετά από πρόσκληση τού πατέρα του, Λεωνίδα, o οποίος έχοντας μεταναστεύσει προ πολλού στις ΗΠΑ, κατείχε πλέον την Αμερικανική υπηκοότητα. Έτσι λοιπόν, το 1916, το αγροτόπαιδο από τα βουνά της Δωρίδος, βρέθηκε ξαφνικά στο Pocatello του Idaho, στην άλλη άκρη του κόσμου, όπου ενώθηκε ξανά με τον πατέρα του Λεωνίδα, και τον αδερφό του John, μετά από πολλά χρόνια αποξένωσης! Στο Pocatello συνάντησε επίσης και ορισμένα ξαδέλφια του και κοντοχωριανούς του, οι οποίοι ήταν ενταγμένοι στην τοπική Ελληνο/Αμερικανική κοινότητα. Σε αντίθεση με την πλειονότητα των μελών της οικογένειάς του, ο Nick δεν εργάστηκε ποτέ για τους Αμερικανικούς Σιδηροδρόμους, επιλέγοντας αντ’ αυτού να ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις μαζικής εστίασης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, οι θέσεις εργασίας στους σιδηροδρόμους μειώθηκαν δραστικά, με αποτέλεσμα να υπάρξουν πολλές απολύσεις εργαζομένων. Εξαιτίας της ανεργίας, η οικογένεια Saites μετακόμισε το 1922 στο Saginaw του Michigan, όπου ορισμένοι συγγενείς τους, από το Κροκύλειο του Νομού Φωκίδος, είχαν δικά τους εστιατόρια ή εργάζονταν σε αυτά. Εκεί ο Νικόλας αγάπησε και παντρεύτηκε μια νεαρή γυναίκα, με καταγωγή από την Ουκρανία, η οποία ονομαζόταν Olga Chalenko. Περίπου εκείνη την εποχή, ένας ξάδερφός του ο οποίος διέμενε στο Davenport της Iowa, προσφέρθηκε να πουλήσει στον Νικόλαο το μικρό του εστιατόριο, υπό την επωνυμία “Coney Island”. Έτσι λοιπόν ο Νικόλας και η σύζυγός του μετακόμισαν στην Αϊόβα και περίπου ένα χρόνο αργότερα, τον Νοέμβριο του 1923, γεννήθηκε εκεί, ο γιος τους, Louis Ν Saites.

Δυστυχώς το περίφημο «Αμερικανικό Όνειρο» εξακολουθούσε να παραμένει απλά όνειρο για την οικογένεια, καθώς σύντομα τα πράγματα αντί να βελτιωθούν, άρχισαν να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο! Ενώ ο Louis ήταν ακόμα βρέφος, οι γονείς του μετακόμισαν πίσω στο Michigan και τελικά εγκαταστάθηκαν στο Lansing, καθώς, όπως φαίνεται, αντιμετώπιζαν διάφορα προβλήματα. Το 1924, όταν ο Louis ήταν 11 μηνών, η μητέρα του Όλγα ασθένησε και απεβίωσε, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Μένοντας χήρος ο Nicholas, δυσκολευόταν πολύ στο να φροντίσει σωστά το μωρό, οπότε ο μικρός τέθηκε υπό την φροντίδα της Ουκρανής γιαγιάς του. Τέσσερα χρόνια αργότερα, όταν έφθασε η ώρα να πάει στο σχολείο, ο 5άχρονος Louis μετακόμισε στο σπίτι ενός θείου του (αδελφού τού πατέρα του), όπου θα ζούσε για άλλα 5 χρόνια. Το 1934 ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε και ο Louis επέστρεψε κοντά του, για να ζήσει μαζί του, αλλά και για να γνωρίσει την μητριά του Μαρία. Δυστυχώς η συμβίωση στο σπίτι δεν ήταν πάντα εύκολη και το ασταθές οικογενειακό περιβάλλον, στο οποίο είχε μεγαλώσει ως εκείνη την στιγμή, τού δημιουργούσε τάσεις φυγής. Έτσι λοιπόν τον Νοέμβριο του 1939, θέλοντας να φτιάξει την δική του ζωή και να είναι οικονομικά ανεξάρτητος, αποφάσισε να εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία και να καταταχθεί στον Αμερικανικό Στρατό. Επειδή όμως ήταν ανήλικος (16 ετών), η έγγραφη άδεια τού πατέρα του ήταν προαπαιτούμενο, ώστε να γίνει δεκτός στις τάξεις του US Army. Ο Louis γνώριζε ότι ο πατέρας του ήταν αντίθετος στην απόφασή του και δεν θα του έδινε ποτέ την έγκριση που χρειαζόταν. Αποφασισμένος να πετύχει τον σκοπό του, πήρε το Ελληνικό πιστοποιητικό της βάφτισής του και το πλαστογράφησε, αλλάζοντας το έτος γέννησης, από 1923 σε 1921. Στην συνέχεια το προσκόμισε στο στρατολογικό γραφείο, ως αποδεικτικό της ηλικίας του, στο οποίο εμφανίζονταν δύο χρόνια μεγαλύτερος. Παρά την κακή δουλειά που έκανε στην τροποποίηση της χρονολογίας, ο Αμερικανικός Στρατός έκανε τελικά δεκτή την αίτηση κατάταξης, προφανώς ελέω τού γραφέα της στρατολογίας, ο οποίος θαύμασε το πείσμα και την αποφασιστικότητα του νεαρού, που ήθελε να καταταγεί πάση θυσία! Αξίζει να σημειωθεί, ότι στην φόρμα συμπλήρωσης των ατομικών του στοιχείων, στο λήμμα “Religion” (Θρήσκευμα), ο νεαρός νεοσύλλεκτος ανέγραψε ιδιοχείρως την φράση, “Greek Orthodox”. Έτσι λοιπόν, τον Δεκέμβριο του 1939, σε ηλικία μόλις 16 ετών, όταν οι άλλοι συνομήλικοί του δεν είχαν ακόμη τελειώσει το σχολείο τους, ο Private Louis N Saites, ονειρευόμενος μία στρατιωτική καριέρα, τοποθετήθηκε στην 5η Ταξιαρχία Πεζικού (5th Infantry Division, 2nd Infantry Regiment, 2nd Battalion, Co G.). Η συγκεκριμένη Ταξιαρχία είχε συμμετάσχει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά την λήξη του πολέμου απενεργοποιήθηκε. Όταν όμως τον Σεπτέμβριο του 1939, ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στην Ευρώπη, απέκτησε και πάλι οργανική υπόσταση, στο Fort McClellan της Alabama, στις 16 Οκτωβρίου 1939.


Πορτραίτο του Louis Nick Saites από την περίοδο του Β΄ ΠΠ. Ο νεαρός Έλληνας σε ηλικία 16 ετών, είχε πλαστογραφήσει το έτος γέννησης, στο πιστοποιητικό της βάπτισής του, προκειμένου να φαίνεται μεγαλύτερος ηλικιακά, για να γίνει δεκτός στις τάξεις του US Army.
Photo provided by Sherry L Saites

Στα τέλη του 1939 και στις αρχές του 1940, καθώς τα στρατεύματα της Βέρμαχτ άρχισαν να σαρώνουν, την μία μετά την άλλη, τις χώρες της Ευρώπης, ο πόλεμος είχε πάρει πλέον καταιγιστική μορφή. Η πτώση της Γαλλίας τον Μάιο του 1940 σηματοδότησε την αρχή της Μάχης της Αγγλίας και ο ελεύθερος κόσμος παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα τον άνισο αγώνα της RAF εναντίον της Luftwaffe. Καθόλη την διάρκεια του 1940 και του 1941 οι Δυνάμεις του Άξονα σημείωναν νίκες και προέλαυναν σχεδόν σε όλα τα μέτωπα. Στις ΗΠΑ, η κοινή γνώμη ήταν διχασμένη για το αν θα έπρεπε η χώρα τους να εισέλθει στον πόλεμο, στο πλευρό των Συμμάχων, ή αν θα έπρεπε να συνεχίσει την πολιτική της ουδετερότητας, έστω κι αν ο Πρόεδρος Ρούζβελτ είχε ήδη ταχθεί, ανεπίσημα, στο πλευρό των Βρετανών. Η Ιαπωνική επίθεση στο Pearl Harbor, στις 7 Δεκεμβρίου 1941, επηρέασε καταλυτικά τις εξελίξεις, καθώς είχε ως αποτέλεσμα την είσοδο των ΗΠΑ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό των Συμμάχων, κηρύσσοντας τον πόλεμο στις Δυνάμεις του Άξονα.

Ο Louis N Saites ήταν μόλις 18 ετών όταν αποσπάστηκε στο Ρέικιαβικ της Ισλανδίας, όπου αφίχθη στις 16 Σεπτεμβρίου 1941 (πριν την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο!), αναλαμβάνοντας υπηρεσία στο τοπικό κλιμάκιο του Γραφείου Πληροφοριών. Ήδη από τον Μάιο του 1940 η Ισλανδία είχε καταληφθεί από τους Βρετανούς (Operation Fork) οι οποίοι, παρά την ουδετερότητα της χώρας, εισέβαλαν, καθώς ήθελαν να προλάβουν τα χειρότερα. Οι Βρετανοί πίστευαν ότι αργά ή γρήγορα, η Ισλανδία θα έβγαινε στον πόλεμο, στο πλευρό των Γερμανών ή θα καταλαμβάνονταν από τα Γερμανικά στρατεύματα. Η αποστολή που ανατέθηκε στον νεαρό Louis από το Γραφείο Αντικατασκοπείας, ήταν να πλησιάσει και να αποκτήσει φιλικές σχέσεις, με ορισμένους Ισλανδούς πολίτες, οι οποίοι ήταν ύποπτοι για κατασκοπεία υπέρ των Γερμανών. Η έρευνα ενός συγκεκριμένου υπόπτου, αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολη και χρονοβόρα. Ο Louis προσπάθησε να ανακαλύψει ότι μπορούσε, για τις δραστηριότητες τού άνδρα και για να το πετύχει αυτό, δεν δίστασε να προσεγγίσει και να φλερτάρει την κόρη του, προσπαθώντας να ενταχθεί στον οικογενειακό τους κύκλο, για να εισέλθει στο σπίτι τους. Όταν δεν μπόρεσε να μπει στο σπίτι, ο Louis αποφάσισε να κάνει πρόταση γάμου στην κόρη τού υπόπτου, με την οποία διατηρούσε δεσμό, προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του. Τελικά αποκτώντας πρόσβαση στο σπίτι τού υποψήφιου πεθερού του, ο Louis κατάφερε να βρει τις αποδείξεις που ήθελε, επιβεβαιώνοντας ότι πράγματι ο άνθρωπος αυτός, βοηθούσε τους Γερμανούς, ενεργώντας ως κατάσκοπος!


Η νεαρή Ισλανδή στην οποία έκανε πρόταση γάμου ο Saites, προκειμένου να έχει πρόσβαση στο σπίτι του πατέρα της, για να ανακαλύψει στοιχεία που αποδείκνυαν ότι ήταν κατάσκοπος των Γερμανών. Μετά την σύλληψή του, η σχέση τους τελείωσε με άδοξο και τραγικό τρόπο όμως ο Louis κράτησε ως ενθύμιο την φωτογραφία της.
Photo provided by Sherry L Saites


Τον Μάιο του 1942 η 5η Ταξιαρχία Πεζικού αφίχθη στην Ισλανδία και αντικαθιστώντας την Βρετανική φρουρά του νησιού, ανέλαβε την φύλαξή του, υποστηρίζοντας τις Συμμαχικές νηοπομπές που διέρχονταν τον Ατλαντικό. Τον Αύγουστο ο Louis τοποθετήθηκε ξανά στην παλιά του Μονάδα, την 5η Ταξιαρχία, αυτή τη φορά όμως μετατέθηκε στο 1ο Τάγμα στο 10ο Σύνταγμα Πεζικού (5th Infantry Division, 10th Infantry Regiment, 1st Battalion, Co B), ανήκοντας πάντα στο Γραφείο Πληροφοριών και Αντικατασκοπείας. Η 5η Ταξιαρχία Πεζικού μεταφέρθηκε στο Ευρωπαϊκό Θέατρο Επιχειρήσεων και όπως δείχνουν τα στρατιωτικά του αρχεία έφτασε στην Αγγλία, στις 8 Αυγούστου 1943. Αρχικά στην Αγγλία και αργότερα στη Βόρεια Ιρλανδία, ο Louis συνέχισε το άχαρο καθήκον να αναλαμβάνει αποστολές, εξετάζοντας το παρελθόν συναδέλφων του στρατιωτών, οι οποίοι είχαν Γερμανική καταγωγή ή να ερευνά για όσους υπήρχαν υπόνοιες ότι συμπαθούσαν το Ναζιστικό κόμμα. Όπως έλεγε αργότερα, στις υποθέσεις που ερευνήθηκαν από τον ίδιο, δεν προέκυψε κανένα επιβαρυντικό στοιχείο, για κανέναν από τους εξεταζόμενους, γεγονός που τον γέμιζε πάντοτε χαρά και ανακούφιση! Επίσης κατά τη διάρκεια των 10 μηνών της παραμονής του στη Μεγάλη Βρετανία, συμμετείχε και ως εκπαιδευτής, στην εκπαίδευση των ανδρών του πεζικού, καθώς οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί προετοιμάζονταν πυρετωδώς για την επικείμενη απόβαση της Νορμανδίας. Ένα μήνα μετά την 6η Ιουνίου τού 1944 (D-Day), η 5η Ταξιαρχία Πεζικού αποβιβάστηκε στη Νορμανδία, στην παραλία της Γιούτα (Utah Beach), στις 9 Ιουλίου 1944, στο πλαίσιο των ενισχύσεων που κατέφθαναν καθημερινά στις καταληφθείσες ακτές της Νορμανδίας. To προγεφύρωμα είχε πλέον σταθεροποιηθεί και οι Σύμμαχοι προέλαυναν αργά αλλά σταθερά στο εσωτερικό της Γαλλίας. Τέσσερεις μέρες αργότερα ο Saites και οι συνάδελφοί του έλαβαν αμυντικές θέσεις στην ευρύτερη περιοχή του Caumont-l'Éventé. Τις επόμενες εβδομάδες η 5η Ταξιαρχία Πεζικού συμμετείχε σε πολλές επιτυχημένες επιθέσεις προχωρώντας από την περιοχή της Νορμανδίας προς την Reims, καταλαμβάνοντας την πόλη στις 30 Αυγούστου 1944.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1944 ενεπλάκη στις επιχειρήσεις για την κατάληψη της Metz και της Dornot όμως στις δύο εβδομάδες μαχών που ακολούθησαν, οι επιθέσεις αποκρούστηκαν και οι Αμερικανοί καθηλώθηκαν. Μεγάλο ρόλο στην επιτυχημένη αμυντική προσπάθεια των Γερμανών έπαιξε το οχυρό Fort Driant. Το συγκεκριμένο οχυρό βρισκόταν πέντε μίλια νοτιοδυτικά της Metz, δυτικά του ποταμού Moselle. Το Fort Driant ήταν κατασκευασμένο από ατσάλινο οπλισμένο σκυρόδεμα και περιβαλλόταν από βαθιά ξηρά τάφρο και συρματοπλέγματα. Διέθετε πέντε κύρια πυροβολεία εξοπλισμένα με βαρέα πυροβόλα των 150 mm, τάφρους και κωλύματα κατά πεζικού και υπόγεια θωρακισμένα πολυβολεία με θέσεις παρατήρησης. Από την δεσπόζουσα και στρατηγική του θέση, μπορούσε να κατευθύνει τα πυρά του στην κοιλάδα Moselle. Από τις 27 Σεπτεμβρίου έως τις 9 Οκτωβρίου 1944 διεξήχθησαν σκληρές μάχες για την κατάληψή του. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι Αμερικανοί έφτασαν σε απόσταση βολής χειροβομβίδας από τους Γερμανούς, ενώ άλλες φορές ενεπλάκησαν μαζί τους σε μάχη σώμα με σώμα, χρησιμοποιώντας ξιφολόγχες. Σε άλλη περίπτωση οι Αμερικανοί στρατιώτες ανακάλυψαν ένα τούνελ που οδηγούσε στο εσωτερικό του οχυρού και προσπάθησαν να εισέλθουν στο εσωτερικό του. Δυστυχώς το υπόγειο πέρασμα καλύπτονταν από πυρά πολυβόλων και ελεύθερων σκοπευτών, που καθιστούσαν αδύνατη την εκμετάλλευση της σήραγγας. Μια περαιτέρω επίθεση στο Fort Driant κρίθηκε πολύ δαπανηρή, καθώς τα Γερμανικά πυρά αποδείχθηκαν εξαιρετικά ακριβή και θανατηφόρα. Στις 9 Οκτωβρίου 1944, ο Στρατηγός George Patton επέλεξε να παρακάμψει το Fort Driant. Οι Γερμανοί έχασαν περίπου το ένα τέταρτο από τις οχυρώσεις του φρουρίου τους, πριν αποχωρήσουν οι Αμερικανοί, οι απώλειες των οποίων ανήλθαν σε 21 αξιωματικούς και 485 άνδρες (64 σκοτώθηκαν). Οι υπερασπιστές του φρουρίου παραδόθηκαν τελικά τον Δεκέμβριο του 1944.

Στην μάχη του Fort Driant, ο 20άχρονος Επιλοχίας Louis Ν Saites, υπηρετούσε ως διμοιρίτης και συνελήφθη αιχμάλωτος, στις 7 Οκτωβρίου 1944, όταν κατά την διάρκεια επιθετικής ενέργειας, τραυματίστηκε σοβαρά στο πόδι του, από θραύσματα χειροβομβίδας. Μαζί με τους άντρες του είχαν βρει καταφύγιο από τα πυρά, δίπλα σε ένα τσιμεντένιο οχυρό, το οποίο ήταν χτισμένο στο ανάχωμα μιας πλαγιάς. Οι άνδρες περικυκλώθηκαν από μία ίλη Γερμανικών αρμάτων μάχης και αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Πιθανότατα επρόκειτο για υπολείμματα στοιχείων της 17th SS Panzer Grenadier Division ή της 1217th Grenadier Regiment. Οι εν λόγω Μονάδες είχαν υποστεί τεράστιες απώλειες φθάνοντας στα όρια της διάλυσης και τώρα πια συνέδραμαν στην άμυνα του οχυρού. Ως αιχμάλωτος πολέμου, ο Saites αρχικά μεταφέρθηκε στο Stalag XII-A στο Limburg της Γερμανίας. Εκεί ανακρίθηκε και του δόθηκε ως αριθμός κρατουμένου το νούμερο «93244». Δεν πέρασε πολύς καιρός πριν αποσταλεί με τρένο στο Stalag III-C στο Alt-Drewitz, στο Brandenburg της Πρωσίας. Οι αιχμάλωτοι ταξίδεψαν στριμωγμένοι ασφυκτικά, μέσα σε βαγόνια, που χρησιμοποιούνταν για την μεταφορά βοοειδών, τα οποία ήταν τόσο γεμάτα, που άπαντες αναγκάστηκαν να σταθούν όρθιοι, καθόλη την διάρκεια της πολύωρης διαδρομής! Σε κάθε βαγόνι υπήρχαν τρεις οπλισμένοι Γερμανοί φρουροί, οι οποίοι καταλάμβαναν τον μισό περίπου χώρο, στην μία άκρη, υποχρεώνοντας τους κρατούμενος να στέκονται όρθιοι στριμωγμένοι στην άλλη άκρη του βαγονιού, με τα πρόσωπα στραμμένα στα τοιχώματα.


Ταξίδι μνήμης και επιστροφής στην Γαλλία το 1952. Ο Louis N Saites ποζάρει σε ένα από τα οχυρά του Fort Driant, μπροστά ακριβώς από το σημείο στο οποίο είχε τραυματιστεί και πιαστεί αιχμάλωτος, οχτώ χρόνια, πριν στις 7 Οκτωβρίου 1944.
Photo provided by Sherry L Saites


Η ζωή στο Stalag III C ήταν μια πολύ δύσκολη εμπειρία. O Louis N Saites σε αυτό το στρατόπεδο, όχι μόνο ανακρίθηκε, αλλά και βασανίστηκε απάνθρωπα, προκειμένου να αποκαλύψει ότι γνώριζε για τη Μονάδα του και τα επιχειρησιακά σχέδια των Συμμάχων. Όπως αφηγούνταν αργότερα σε μια συνέντευξή του, οι δεσμοφύλακες χρησιμοποίησαν την μέθοδο του «θερμαινόμενου κουτιού» (sweat box). Ο Louis στέκονταν κάθε μέρα, επί ώρες, στον καυτό ήλιο, κλεισμένος μέσα σε ένα κουτί που έμοιαζε με φέρετρο, στημένο σε όρθια ή οριζόντια θέση και παρέμεινε σε αυτή την κατάσταση, απομονωμένος για δύο εβδομάδες, μέχρι να «σπάσει». Η διατροφή του ήταν μόνο λίγο ψωμί και ελάχιστο νερό, με αποτέλεσμα να υποφέρει από πείνα, δίψα και αφυδάτωση! Παρόλα αυτά δεν αποκάλυψε το οτιδήποτε και όταν οι βασανιστές του είδαν ότι δεν είχαν να κερδίσουν κάτι από αυτόν, τον μετέφεραν σε έναν θάλαμο με άλλους 25 κρατουμένους. Καθώς οι βδομάδες περνούσαν ο χειμώνας είχε μπει πια για τα καλά. Στα τέλη του 1944 το κρύο ήταν αβάσταχτο. Οι ξύλινοι θάλαμοι δεν διέθεταν θέρμανση, ενώ στους τοίχους και τις σκεπές υπήρχαν χαραμάδες και μεγάλες ρωγμές, από όπου έμπαινε κρύος αέρας και οι άνδρες προσπαθούσαν με χιόνι να κλείσουν τα ανοίγματα! Οι κρατούμενοι διέθεταν μόνο από μια κουβέρτα ο καθένας και κοιμόνταν στο πάτωμα ο ένας δίπλα στον άλλο προσπαθώντας να ζεσταθούν. Επιπλέον χρησιμοποιούνταν σε καταναγκαστικές εργασίες, σπρώχνοντας βαγόνια τραίνων με τα χέρια, επισκευάζοντας σιδηροτροχιές, καθαρίζοντας μπάζα από βομβαρδισμένα κτίρια κλπ. Στα τέλη του 1944 ύστερα από ενέργειες του Ερυθρού Σταυρού, τους χορηγήθηκαν πανωφόρια και λίγα λίτρα καυσίμου, πιθανότατα πετρελαίου, η ποσότητα του οποίου, τους έφτανε για να ανάβουν κάποιες φωτιές στους θαλάμους, 3-4 φορές την εβδομάδα, κάνοντας την κατάσταση λίγο πιο ανεκτή. Το φαγητό ήταν απαίσιο και η σπεσιαλιτέ στο μενού ήταν μία σούπα, από σάπιο κρέας αλόγου, βρασμένο με ζαχαρότευτλα και γογγύλια! Η μόνη πηγή νερού για τους 1.000 αιχμαλώτους του στρατοπέδου ήταν μία αντλία η οποία ύστερα από αρκετό τρομπάρισμα έβγαζε λίγο νερό το οποίο μύριζε άσχημα και είχε απαίσια γεύση. O Saites αφηγείται: «Τα Γερμανικά νοσοκομεία των φυλακών ήταν πιο βρώμικα και από τους θαλάμους που διαμέναμε. Ήμουν τραυματισμένος στον δεξιό μηρό όταν αιχμαλωτίστηκα και στο στρατόπεδο αρνήθηκα να μου δοθούν οι πρώτες βοήθειες στο νοσοκομείο, γνωρίζοντας ότι δεν είχαν αναισθητικό. Αφαίρεσα μόνος μου το θραύσμα από τον μηρό μου και περιποιήθηκα το τραύμα μου.»

Στις 30 Ιανουαρίου 1945 ο Σοβιετικός Στρατός πλησίαζε στο στρατόπεδο και οι Γερμανοί αποφάσισαν να το εκκενώσουν, μεταφέροντας τους κρατούμενους προς το Βερολίνο. Οι κουρασμένοι άνδρες υποχρεώθηκαν να ακολουθήσουν μία εξαντλητική πορεία μέσα στα χιόνια, όμως σύντομα η φάλαγγα έπεσε σε ενέδρα Ρωσικών αναγνωριστικών περιπόλων. Στο χάος και το πανδαιμόνιο των πυροβολισμών που ακολούθησε, ο Saites μαζί με έναν συνάδελφό του, που βρίσκονταν στο τέλος της φάλαγγας, βρήκαν την ευκαιρία να το σκάσουν, τρέχοντας προς ένα κοντινό δάσος, όπου μπόρεσαν να κρυφτούν ανάμεσα στα δένδρα. Οι δύο φυγάδες περπάτησαν 25 χλμ. μέχρι την πόλη Landsberg. Εκεί έκλεψαν δύο ποδήλατα και κατάφεραν τελικά να φτάσουν στα Πολωνικά σύνορα, όπου συναντήθηκαν με τα Σοβιετικά στρατεύματα αναπνέοντας επιτέλους, ύστερα από πολλούς μήνες, τον αέρα της ελευθερίας! Ο Saites αφηγείται: «Από το γκέτο του Lviv (Lwow) επιβιβαστήκαμε στο τραίνο και φτάσαμε στην μαρτυρική Βαρσοβία. Εκεί είδαμε τα κτίρια μέσα στα οποία οι Ναζί είχαν κάψει ζωντανούς 3.000 άνδρες και εκατοντάδες αθώα παιδιά (σ.σ. προφανώς αναφέρεται στα γεγονότα της εξέγερσης του γκέτο της Βαρσοβίας). Από εκεί μας πήγαν στη Οδησσό, στην Ουκρανία, όπου παραμείναμε για τρεις μέρες, μέχρι που η Τουρκία κήρυξε τον πόλεμο στην Γερμανία στις 23 Φεβρουαρίου 1945. Κατόπιν διαμέσου Τουρκίας φτάσαμε στην Αίγυπτο. Από εκεί μεταφερθήκαμε στην Μάλτα και τελικά στην Νάπολη της Ιταλίας από όπου επέστρεψα επιτέλους στο σπίτι!» Η σημαντικότερη και πιο ευτυχισμένη στιγμή στην ζωή του Louis, ήταν όταν συναντήθηκε και πάλι με την οικογένειά του, τους συγγενείς και τους φίλους του. Αρχικά χρειάστηκε να νοσηλευτεί για αρκετές βδομάδες σε νοσοκομείο, εξαιτίας των κακουχιών που πέρασε στην διάρκεια της αιχμαλωσίας του και να αναλάβει δυνάμεις, καθώς είχε αδυνατίσει πολύ, χάνοντας περίπου 30 κιλά. Ύστερα από την αποθεραπεία του, τού δόθηκε αναρρωτική άδεια δύο μηνών και τελικά στις 10 Ιουλίου 1945 έλαβε τιμητική αποστρατεία.


Ο Louis μετά τον πόλεμο θεωρώντας ότι είχε έλθει πλέον ο καιρός να δημιουργήσει την δική του οικογένεια, νυμφεύθηκε την Rosemary Alice Huber (1921-1958), την 1η Ιανουαρίου 1946. Παρόλα αυτά ένιωθε πως ο πολιτικός βίος δεν του ταίριαζε ιδιαίτερα, και η επαγγελματική αποκατάσταση στις τάξεις του Στρατού, ήταν ένα ζήτημα που τον απασχολούσε πολύ σοβαρά. Έτσι λοιπόν 10 ημέρες μετά τον γάμο του, ο Louis, με την παρότρυνση της συζύγου του και την στήριξη της οικογένειάς της, κατέθεσε εκ νέου αίτηση κατάταξης στον Αμερικανικό Στρατό, η οποία έγινε άμεσα αποδεκτή. Ο Saites έχοντας μια άκρως επιτυχημένη προϋπηρεσία στο Γραφείο Αντικατασκοπείας έλαβε διαπίστευση ως Επιθεωρητής Ερευνητής με τον χαρακτηρισμό Class Q Top-Secret (με άδεια πρόσβασης σε απόρρητες πληροφορίες) και τοποθετήθηκε στο 46ο Απόσπασμα Εγκληματολογικών Ερευνών Στρατιωτικής Αστυνομίας (46th Military Police Criminal Investigation Detachment). Η πρώτη του υπηρεσιακή μετάθεση τον έστειλε στην μυστική βάση της Sandia Base στο Albuquerque, του New Mexico, η οποία αποτελούσε την κύρια εγκατάσταση πυρηνικών όπλων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών από το 1946 έως το 1971. Εκεί είχε ξεκινήσει η έρευνα ο σχεδιασμός και η ανάπτυξη της πρώτης ατομικής βόμβας και των πυρηνικών όπλων εν γένει, με το περίφημο “Manhattan Project”, την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Για τον Louis και την σύζυγό του, η Βάση της Sandia Base υπήρξε το σπίτι τους για τα επόμενα τέσσερα χρόνια.

Ως Επιθεωρητής – Ερευνητής στο τμήμα Εγκληματολογικών Ερευνών, ο Louis N Saites θεωρούσε ως σπουδαία στιγμή της καριέρας του, την συμμετοχή του στην έρευνα που διεξήγαγε ο Αμερικανικός Στρατός, στην περίφημη “Υπόθεση Roswell”. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν οι λάτρεις της θεωρίας για την ύπαρξη των ΑΤΙΑ (Αγνώστου Ταυτότητας Ιπτάμενα Αντικείμενα) ή αλλιώς UFO, στις 7 Ιουλίου 1947 ένα εξωγήινο σκάφος συνετρίβη σε ράντζο κοντά στο Roswell, πυροδοτώντας το έντονο ενδιαφέρον των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Μέχρι σήμερα πολλοί πιστεύουν πως στον χώρο της συντριβής, εκτός από τα συντρίμμια, ανακτήθηκαν και οι σοροί των μελών του εξωγήινου πληρώματος, οι οποίες υποβλήθηκαν σε εξέταση και νεκροψία. Μεγάλη αίσθηση είχε προκαλέσει αρκετές δεκαετίες αργότερα, η εμφάνιση ενός ασπρόμαυρου φιλμ το οποίο φέρονταν ως αληθινό και έδειχνε την διενέργεια νεκροψίας, στη σορό ενός εξωγήινου πλάσματος, σε εργαστήριο του Στρατού των ΗΠΑ. Παρόλα αυτά σε κάποιο πλάνο φαινόταν ένα επιτοίχιο τηλέφωνο, του οποίου το ακουστικό διέθετε σπειροειδές καλώδιο, αντί για το ίσιο που διέθεταν οι τηλεφωνικές συσκευές το 1947. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν εντελώς διαφορετικές απόψεις για το τι πραγματικά συνέβη εκεί και για το ποιες αποδείξεις μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Ο Στρατός των Ηνωμένων Πολιτειών ανέφερε ότι το αντικείμενο που ανέκτησε, ήταν ένα υψίστης μυστικότητας ερευνητικό μπαλόνι, το οποίο συνετρίβη στην περιοχή. Η υπόθεση ξεχάστηκε γρήγορα και αγνοήθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά, ακόμα και από ερευνητές των ΑΤΙΑ, για περισσότερο από 30 χρόνια. Το 1978 το 1980 και το 1989 το συμβάν επανήλθε στην επικαιρότητα από ιδιωτικούς ερευνητές και ορισμένους δημοσιογράφους, που διεξήγαγαν τις δικές τους έρευνες και δημοσιοποίησαν τις δικές τους θεωρίες. Το 1995 ως απάντηση στις παραπάνω αναφορές και μετά από ερωτήσεις του Κογκρέσου, το Κυβερνητικό Γραφείο Λογοδοσίας ξεκίνησε διερεύνηση και οδήγησε το Γραφείο της Γραμματείας Πολεμικής Αεροπορίας (SECAF), στο να διεξάγει εσωτερική έρευνα. Το πόρισμα περιλήφθηκε σε δύο αναφορές. Η πρώτη, με χρονολογία έκδοσης 1995, κατέληγε ότι το ανακτηθέν από το 1947 υλικό, ήταν πιθανώς συντρίμμια ενός μυστικού κυβερνητικού προγράμματος με την ονομασία "Project Mogul". Η δεύτερη αναφορά, με χρονολογία έκδοσης 1997, κατέληγε ότι οι αναφορές για την περισυλλογή πτωμάτων εξωγήινων όντων, πιθανώς προέρχονταν από ακουσίως ταραγμένες αναμνήσεις στρατιωτικών ατυχημάτων, στα οποία στρατιωτικό προσωπικό είχε τραυματιστεί ή σκοτωθεί. Επίσης πιθανόν να οφείλονταν στην ανάκτηση ανθρωπόμορφων ομοιωμάτων κατά την διεξαγωγή ασκήσεων και στρατιωτικών προγραμμάτων όπως το πρόγραμμα "High Dive" το οποίο έλαβε χώρα την δεκαετία του '50. Με αφορμή όλα αυτά, τα παιδιά τού Louis N Saites, ρωτούσαν συχνά τον πατέρα τους, για το τι συνέβη πραγματικά στο Roswell, και τι είχε ανακαλύψει ο Στρατός εκεί, το 1947! Η μόνιμη επωδός όμως του βετεράνου στρατιωτικού προς τα παιδιά του, ήταν ότι ο όρκος που είχε δώσει ως στρατιώτης, τον δέσμευε απέναντι στον Στρατό και την πατρίδα του, και δεν μπορούσε να αποκαλύψει, το τι βρέθηκε τελικά, στο σημείο της συντριβής!

Στην συνέχεια ο Louis, θέλοντας να εξελιχτεί επαγγελματικά, αποφάσισε να δώσει εξετάσεις προκειμένου να ανέλθει βαθμολογικά, εισερχόμενος στην κλίμακα των αξιωματικών. Έτσι λοιπόν το 1949 αποφοίτησε επιτυχώς από τη Σχολή Υποψηφίων Αξιωματικών (Officer Candidate School) και επιλέχθηκε να παρακολουθήσει εκπαίδευση Ranger, ως Καταδρομέας - Αλεξιπτωτιστής. Το 1951 κατά τη διάρκεια εκπαιδευτικού άλματος, υπέστη σοβαρό τραυματισμό στο γόνατο, όταν έσπασε μια από τις αρτάνες του αλεξιπτώτου κατά την διάρκεια της καθόδου και χτύπησε με δύναμη στο έδαφος. Μετά από αρκετούς μήνες νοσηλείας, επέστρεψε στην υπηρεσία και ανέλαβε πλήρως τα υπηρεσιακά του καθήκοντα στο 160ο Σύνταγμα Πεζικού, τοποθετούμενος στον Λόχο L (Company L). Τον Μάρτιο του 1951 η Μονάδα του στάλθηκε στην Ιαπωνία ως τμήμα της 40ης Ταξιαρχίας Πεζικού, όπου έλαβε επιπρόσθετη εκπαίδευση, καθώς η Ταξιαρχία ετοιμαζόταν να αναπτυχθεί στην Κορέα. Πράγματι η Μονάδα του, το 160ο Σύνταγμα Πεζικού, ήταν μέρος του πρώτου στρατιωτικού κλιμακίου που στάλθηκε στην Κορέα τον Ιανουάριο του 1952. Εκεί ο Louis συμμετείχε σε δύο εκστρατείες οι οποίες, προσδιοριζόμενες χρονολογικά, έμειναν στη ιστορία, η μεν πρώτη, με την επωνυμία “The Second Korean Winter (28 November 1951 - 30 April 1952)”, η δε δεύτερη ως “The Korean Summer-Fall 1952 (1 May - 30 November 1952)”. Από τις 3 Μαρτίου έως την 1η Μαίου του 1952 ο Louis υπηρέτησε επί δύο μήνες ως Αξιωματικός-Σύνδεσμος και Εναέριος Παρατηρητής (Liaison Officer/Aerial Observer). Οι αποστολές που ανέλαβε σε αυτό το διάστημα αφορούσαν την εναέρια αναγνώριση και φωτογράφιση, των θέσεων του εχθρού, επ’ ωφελεία του Στρατού και της Αεροπορίας. O Saites πετούσε ως παρατηρητής, στο πίσω κάθισμα ενός ελαφρού μονοκινητήριου αεροσκάφους Stinson L-5 Sentinel, φωτογραφίζοντας τις περιοχές ενδιαφέροντος, αποτυπώνοντας παράλληλα στον χάρτη του, το στίγμα από εχθρικές εγκαταστάσεις, οχυρώσεις, αποθήκες καυσίμων και πυρομαχικών, στρατιωτικές συγκεντρώσεις και γενικά ότι θα μπορούσε να αποτελέσει μελλοντικό στόχο του Αμερικανικού πυροβολικού ή της USAF. Ο ακριβής αριθμός των αποστολών, που εκτέλεσε σε αυτούς τους δύο μήνες, δεν είναι γνωστός, όμως για την δράση του σε αυτή την περίοδο, παρασημοφορήθηκε με το Air Medal.


Κορέα, περίοδος Μαρτίου – Μαΐου του 1952.
Ο Ανθυπολοχαγός Louis Nick Saites ποζάρει δίπλα στην ουρά ενός L-5 Sentinel, λίγο πριν εκτελέσει μία ακόμη αποστολή αναγνώρισης.
Photo provided by Sherry L Saites

Κατά τα επόμενα δέκα χρόνια, ο Louis υπηρέτησε σε διάφορες βάσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Οκινάουα και τη Γερμανία. Επίσης υπηρέτησε στο Bamberg της Γερμανίας από το 1955 έως το 1958. Το 1955 η Γερμανία έγινε δεκτή στο ΝΑΤΟ και μέχρι το τέλος του έτους, ο νεοσύστατος Γερμανικός Στρατός είχε προγραμματιστεί να λάβει εκπαίδευση από τον Στρατό των ΗΠΑ. Ο Saites είχε προαχθεί πλέον σε Λοχαγό και ήταν μεταξύ των αξιωματικών που επιλέχθηκαν να συμμετάσχουν στις κοινές ασκήσεις. Ένα βράδυ, μετά από το τέλος μιας κουραστικής άσκησης, πήγε στη Λέσχη Αξιωματικών (Officer's Club) για να πιει ένα ποτό και να χαλαρώσει. Μπαίνοντας μέσα παρατήρησε έναν Γερμανό Υπολοχαγό, να κάθεται μόνος του στο μπαρ. Ο Louis κάθισε κοντά του, συστήθηκαν και έπιασαν την κουβέντα. Καθώς οι στρατιώτες της εποχής ήταν επιρρεπείς στο να αναμοχλεύουν τις πολεμικές τους αναμνήσεις, οι δύο άνδρες άρχισαν να συγκρίνουν τις εμπειρίες τους στον πόλεμο. Σύντομα ανακάλυψαν ότι είχαν πολλά κοινά. Και οι δύο είχαν πολεμήσει στη Γαλλία, και οι δύο είχαν λάβει μέρος στη μάχη του Fort Driant! Αφού ο Louis περιέγραψε το περιστατικό που κατέληξε στην αιχμαλωσία του, ο Υπολοχαγός τού αποκάλυψε χαμογελώντας, ότι ήταν ένας από τους Γερμανούς στρατιώτες που συμμετείχαν στη σύλληψή του!!! Οι δύο βετεράνοι συνέχισαν τη συζήτησή τους όλη τη νύχτα και τελείωσαν το βράδυ, αποχαιρετώντας ο ένας τον άλλο, σαν καλοί φίλοι. Στον Louis άρεσε πολύ να διηγείται αυτή την ιστορία στα παιδιά του και πάντα χαμογελούσε, όταν ανέφερε ότι ο Υπολοχαγός εξακολουθούσε να κατέχει τον ίδιο βαθμό, που είχε στη διάρκεια του πολέμου, ενώ αυτός, ο Louis, δεν ήταν πλέον Λοχίας, αλλά Λοχαγός. Τον ευχαριστούσε το γεγονός ότι είχε καταφέρει να ξεπεράσει βαθμολογικά τον πρώην εχθρό του.

Αν και δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου Ελληνικά, εξαιτίας της συμβίωσης με την Ουκρανή γιαγιά του, τα πρώτα πέντε έτη της ζωής του, εντούτοις είχε πλήρη συναίσθηση της Ελληνικότητάς του. Το 1955 την περίοδο που υπηρετούσε στην Γερμανία, αποφάσισε να κάνει πραγματικότητα ένα παλιό του όνειρο και προσπάθησε να επισκεφτεί την Ελλάδα, μαζί με την γυναίκα του και τα παιδιά του. Δυστυχώς κατά την διάρκεια του ταξιδιού η σύζυγός του αρρώστησε σοβαρά και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Γερμανία, για να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο. Έκτοτε δεν είχε την ευκαιρία να ξαναεπισκεφτεί την χώρα του πατέρα του. Δυστυχώς το 1958 η σύζυγός του, Rosemary Alice Huber, απεβίωσε. Λίγα χρόνια αργότερα ο Louis αποφάσισε να ξαναφτιάξει την ζωή του και παντρεύτηκε με την Leonora Johanna Gottheiner. Με τις δύο συζύγους του απέκτησε συνολικά πέντε παιδιά στα οποία εμφύσησε την αγάπη του για την Ελλάδα. To 1962 o Louis Nick Saites έχοντας φτάσει πλέον στον βαθμό του Ταγματάρχη, απολύθηκε από τις τάξεις του US Army, ολοκληρώνοντας μία αξιοζήλευτη και συναρπαστική καριέρα. Κατά την διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας τιμήθηκε με πληθώρα παρασήμων (βλ. Photos 5, 6 & 7). Απεβίωσε στις 22 Μαρτίου 2002 στο Lakeland, Polk County της Florida, σε ηλικία 78 ετών. Είθε η μνήμη του να παραμείνει αιώνια!



Κατά την διάρκεια της στρατιωτικής του καριέρας έλαβε τις κάτωθι ηθικές αμοιβές:
Bronze Star, Purple Heart, Air Medal, Army Commendation Medal with Oak Leaf Cluster, Army Presidential Unit Citation (2), Prisoner of War Medal, Army Good Conduct Medal, American Defense Service Medal, American Campaign Medal, Europe/African/Middle Eastern Campaign Medal with 3 Bronze Battle Stars, World War II Victory Medal, Army of Occupation Medal 1945-1990, National Defense Service Medal, Korea Service Medal with 2 Bronze Service Stars, Armed Forces Reserve Medal, and United Nations Service Medal. In addition, he received two Combat Infantry Badges and eight Overseas Bars.


Αναμνηστικά του Louis N Saites από την εποχή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Εικονίζονται τα παράσημα που έλαβε και τα εμβλήματα των Μονάδων στις οποίες υπηρέτησε.
Άξια παρατήρησης στην αριστερή πλευρά η μεταλλική ταυτότητα αιχμαλώτου.
Photo provided by Sherry L Saites


Αναμνηστικά του Louis N Saites από την εποχή της υπηρεσίας του κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.
Εικονίζονται τα παράσημα που έλαβε και τα εμβλήματα των Μονάδων στις οποίες υπηρέτησε, εκείνη την περίοδο.
Photo provided by Sherry L Saites



Αναμνηστικά του Louis N Saites από την εποχή του Πολέμου της Κορέας. Εικονίζονται τα παράσημα που έλαβε και τα εμβλήματα των Μονάδων στις οποίες υπηρέτησε.
Photo provided by Sherry L Saites


Major Louis N Saites
The Greek/American officer with the remarkable career in the US Army

His action with the CIC (Counter Intelligence Corps) in the Iceland and Ireland. His participation in the deadly battles of WWII in France. The injury, his captivity and his escape. His engage in “Roswell Incident” and the reconnaissance flights in the Korean Conflict.
Research by George Chalkiadopoulos
SPECIAL THANKS: To Sherry Leonidas Saites for her great contribution and help during my search!

Major Louis Nick Saites was born on November 22, 1923 in Davenport, Iowa, and was the son of a Greek immigrant. His father's name was Nicholas L. Saites and he was born on March 26, 1900, in the village of Koupaki, Dorida (Fokida Prefecture). Nicholas' family was poor and his father was soon forced to look for work in the United States, taking with him John, the family's eldest son. The years passed and during his adolescence, 16-year-old Nikolaos Saites decided to leave for America, at the invitation of his father, Leonidas, who, having long ago emigrated to the United States, now held American citizenship. So, in 1916, the farm boy from the mountains of Doridos, was suddenly found in Pocatello, Idaho, thousands miles away of his country, where he reunited with his father Leonidas and his brother John, after many years of alienation! In Pocatello he also met some of his cousins and his fellow villagers, who were part of the local Greek / American community. Unlike most members of his family, Nick never worked for the American Railways, choosing to work in the restaurant business instead. In the early 1920s, railroad jobs fell sharply, resulting in many redundancies. Due to unemployment, the Saites moved to Saginaw, Michigan, in 1922, where some of their relatives, from Krokelion, Fokidos, had their own restaurants or worked in them. There Nicholas fell in love with a young Ukrainian woman named Olga Chalenko. Around that time, a cousin of his who lived in Davenport, Iowa, offered to sell his small restaurant in Nicholas, under the brand name "Coney Island". So Nicholas and his wife moved to Iowa, and about a year later, in November 1923, their son, Louis N Saites, was born there.
Unfortunately, the famous "American Dream" was still just a dream for the family, as soon instead of improving, things started to go from bad to worse! While Louis was still an infant, his parents moved back to Michigan and eventually settled in Lansing, as they apparently had various problems. In 1924, when Louis was 11 months old, his mother Olga fell ill and died within a short time. As a widower, Nicholas found it very difficult to care for the baby properly, so the baby was placed in the care of his Ukrainian grandmother. Four years later, when it was time to go to school, 5-year-old Louis moved into the house of an uncle (his father's brother), where he would live for another 5 years. In 1934 his father remarried and Louis returned to live with him, but also to meet his stepmother Maria. Unfortunately, living at home was not always easy, and the unstable family environment in which he had grown up at that time make him to want to go away from his home. So in November 1939, wanting to build his own life and be financially independent, he decided to leave his family home and enlist in the US Army. However, because he was a minor (16 years old), his father's written permission was required to be admitted to the US Army. Louis knew that his father was opposed to his decision and would never give him the approval he needed. Determined to achieve his goal, he obtained his Greek baptism certificate and forged it, changing the year of birth from 1923 to 1921. He then presented it to the conscription office, as proof of his age, at which he appeared two years older. Despite the bad work done in modifying the chronology, the US Army eventually accepted the ranking application, apparently thanks to the recruitment clerk, who admired the young man's stubbornness and determination, who wanted to be ranked at all costs! It is worth noting that in the form for filling in his personal details, in the entry "Religion", the young recruit wrote the phrase, "Greek Orthodox". So, in December 1939, at the age of just 16, when his peers had not yet finished school, Private Louis N Saites, dreaming of a military career, was placed in the 5th Infantry Division, 2nd Infantry Regiment, 2nd Battalion, Co G. This particular Brigade had participated in the World War One and after the end of the war it was deactivated. However, when World War II broke out in Europe in September 1939, it regained its organic status at Fort McClellan in Alabama on October 16, 1939.
By the end of 1939 and the beginning of the 1940s, as the Wehrmacht troops began to sweep Europe, the war had now taken a stormy form. The fall of France in May 1940 marked the beginning of the Battle of Britain and the free world watched with bated breath the unequal struggle of the RAF against Luftwaffe. Throughout 1940 and 1941, the Axis Powers were victorious and advanced on almost all fronts. In the United States, public opinion was divided over whether their country should go to war on the side of the Allies, or whether it should pursue a policy of neutrality, even if President Roosevelt had unofficial joined in the side of the British. After the Japanese attack on Pearl Harbor on December 7, 1941, the United States entered World War II on the side of the Allies, declaring war on the Axis Powers.
Louis N Saites was just 18 when he was transferred to Reykjavik, Iceland, where he arrived on September 16, 1941 (before the United States entered the war!) serving in the local intelligence bureau. As early as May 1940, Iceland was occupied by the British (Operation Fork) who, despite the neutrality of the country, invaded, as they wanted to prevent the worst. The British believed that sooner or later, Iceland would go to war, side with the Germans, or be occupied by German troops. The mission assigned to the young Louis by the Counter Intelligence Office was to approach and establish friendly relations with some Icelandic citizens who were suspected of spying for the Germans. The search for a specific suspect turned out to be extremely difficult and time consuming. Louis tried to find out what he could, for the man's activities, and to achieve this, he did not hesitate to approach and flirt with his daughter, trying to join their family, to enter their home. When he was unable to get home, Louis decided to be married the suspect's daughter, with whom he was in a relationship, in order to achieve his goal. Eventually, gaining access to the house of his potential father-in-law, Louis managed to find the evidence he wanted, confirming that this man was indeed helping the Germans, acting as a spy!
In May 1942 the 5th Infantry Brigade arrived in Iceland and, replacing the British guard on the island, took over its custody, supporting the Allied convoys passing through the Atlantic. In August, Louis was reassigned to his old unit, the 5th Brigade, but this time transferred to the 1st Battalion in the 10th Infantry Division but remained in intelligence. The 5th Division was transferred to the European Theater and his military records show that he arrived in England on 8 Aug 1943. In England and later North Ireland his work in intelligence was searching for being German sympathizers among his fellow soldiers. He felt good that none were ever found. During the two years he was in Great Britain he participated in infantry training as the U.S. and the British prepared for the D-Day invasion.
The 5th Infantry Division landed in Normandy on Utah Beach on 10 Jul 1944. Over the next weeks, the 5th Division participated in numerous successful attacks advancing from Normandy to Reims, seizing the city on 30 Aug 1944. The last battle that Louis fought in was the Battle of Fort Driant. Fort Driant was located five miles southwest of Metz, just west of the Moselle River and was made from steel reinforced concrete, it was also surrounded by a deep dry moat and barbed wire. It housed five main gun batteries of 150mm guns, infantry trenches, and armored machine gun and observation posts. From its commanding position, it could direct heavy fire in the Moselle Valley. From September 27 to October 9, 1944, fierce battles were fought for its occupation. In some cases, the Americans fired grenades from the Germans, and other times they engaged them in hand-to-hand combat, using bayonets. In another case, U.S. troops discovered a tunnel leading to the inside of the fort and tried to enter. Unfortunately, the underground passage was covered by fire from machine guns and snipers, which made it impossible to exploit the tunnel. A further attack on Fort Driant was considered very costly, as the German fire proved to be extremely expensive and deadly. On October 9, 1944, General George Patton chose to bypass Fort Driant. The Germans lost about a quarter of their fortress fortifications before the Americans left, whose losses amounted to 21 officers and 485 men (64 were killed). The defenders of the fortress were finally surrendered in December 1944.
At the Battle of Fort Driant, the 20-year-old Sergeant Louis N Saites served as a platoon leader and was taken prisoner on October 7, 1944, when he was seriously injured in the leg by grenade fragments. Together with his men, they found cover from the fire, next to a concrete fortress, which was built on the embankment of a slope. The men were surrounded by a unit of German tanks and forced to surrender. Most of the Germans likely, they were remnants of the 17th SS Panzer Grenadier Division or the 1217th Grenadier Regiment. These units had suffered enormous losses, reaching the brink of disintegration, and were now contributing to the defense of the fort. As a prisoner of war, Saites was first transferred to Stalag XII-A in Limburg, Germany. There he was interrogated and given the number "93244" as his number of prisoners. It wasn't long before he was sent by train to Stalag III-C in Alt-Drewitz, Brandenburg, Prussia. The prisoners traveled in wagons that used to transport cattle, which were so full that everyone was forced to stand upright throughout the long journey! In each wagon there were three armed German guards, who occupied about half the space on one end, forcing the prisoners to stand upright cramped on the other end of the wagon, with their faces against the walls.
Life at Stalag III C was a very difficult experience. Louis N Saites in this camp was not only interrogated, but also tortured inhumanely, in order to reveal that he knew about his Unit and the Allied operational plans. As it was later narrated in an interview, the guards used the "sweat box" method. Louis stood every day, for hours, in the hot sun, locked in a box that looked like a coffin, erected in an upright or horizontal position and remained in this state, isolated for two weeks, until he "broke". His diet was only a little bread and a little water, so he suffered from hunger, thirst and dehydration! However, he did not disclose anything and when his torturers saw that they had nothing to gain from him, they took him to a ward with 25 other detainees. As the weeks passed, the winter became colder. At the end of 1944 the cold was unbearable. The wooden booths did not have heating, while on the walls and roofs there were large cracks, from where cold air came in and the men tried with snow to close the openings! They had little to eat and what food they did get was awful. They ate weeds, bugs, and mice to augment their diet. Housing was is wooden buildings with very little heat and they were given only one blanket for protection against the harsh winter. The only source of water for the camp's 1,000 prisoners was a pump that, after a lot of pumping, produced a little water that smelled bad and tasted awful. Saites narrates: “German prison hospitals were dirtier than the wards we lived in. I was injured in the right thigh when I was taken prisoner and in the camp I refused to be given first aid in the hospital, knowing that they had no anesthetic. I removed the fragment from my thigh on my own and treated my wound." After several months of internment, the prisoners learned the Soviet Army was approaching and the Germans were planning on moving the prisoners towards Berlin.
On the 30th or 31st of January, the Russian Army was nearing the prison camp and the Germans forced the prisoners out of the camp. They were on a forced march when they were suddenly fired upon by the Russians. Louis and another man, who were near the end of the line of prisoners, took advantage of the chaos and ran into the woods. They were able to make their way to a farm and the Polish farmer gave them a couple of bicycles. Traveling away from the camp they finally met up with the Russian Army and traveled with them to Odessa. After a long period of traveling from Odessa to Egypt, to Malta, to France and then Naples, Italy he was finally sent home. His military records note that he participated in three European Campaigns – Normandy, North France, and Rhineland. He also received his first Combat Infantry Badge. After a 59-day furlough at home in Lansing, Michigan he returned to duty and was honorably discharged on 10 Jul 1945.
After the war, Louis married Rosemary Alice Huber (1921-1958) on January 1, 1946. Ten days after his marriage, Louis, at the urging of his wife and with the support of her family, re-applied for enlistment in the US Army, which was immediately accepted. Sandia Base, Albuquerque, New Mexico would be their home for the next four years. With a Class Q Top-Secret security clearance his next assignment with the 46th Military Police Criminal Investigation Detachment. As an investigator, the most interesting case he worked on was the Roswell incident in 1947. Roswell is famous for the crash of an unknown craft. Honoring his oath to the U.S. Army and his country, he never discussed what was found at the crash site. Then Louis, wanting to develop professionally, decided to take an exam in order to get a grade, entering the rank of officers. So in 1949 he successfully graduated from the Officer Candidate School and was selected to attend Ranger training as a Paratrooper. In 1951, during a training jump, he suffered a serious knee injury when he broke one of the parachute's lines during the descent and hit the ground with force. After several months of hospitalization, he returned to full duty and in March of 1951 was shipped to Japan as part of the 40th Infantry Division, 160th Infantry Regiment, Company L. While in Japan he received additional training in preparation for deployment to Korea. His unit, the 160th Infantry Regiment, was part of the first echelon to be sent to Korea in January 1952. While in Korea Louis was an aerial reconnaissance photographer and participated in two campaigns - the Second Korean Winter (28 November 1951 and 30 April 1952) and the Korean Summer-Fall 1952 (1 May-30 November 1952) and received his second Combat Infantry Badge.
From March 3 to May 1, 1952, Louis served for two months as a Liaison Officer / Aerial Observer. The missions he undertook during this period concerned air reconnaissance and photography, the enemy's positions, for the benefit of the Army and the Air Force. Lt Saites flew as an observer in the back seat of a light Stinson L-5 Sentinel single-engine aircraft, photographing areas of interest while capturing on its map the location of enemy installations, fortifications, fuel and ammunition depots, military gatherings and be a future target for US artillery or USAF. The exact number of missions he has carried out in these two months is not known, but for his action during this period, he was awarded the Air Medal. Over the next ten years, Louis would serve on a number of bases in the United States, Okinawa, and Germany. He served in Bamberg, Germany from 1955 to 1958. In 1955 Germany was accepted into NATO and by the end of the year, the newly formed German army was scheduled to receive training from the U. S. Army. Louis was among the officers selected to participate in the training maneuvers. One evening, after a day of training, Louis went to the Officer’s Club. He noticed a German Lieutenant sitting alone at the bar. Louis sat nearby and they started a conversation. As military men of the time were prone to do, they started comparing their wartime experiences. They were soon to discover they had a lot in common. Both fought in France, and both coincidentally were at the Battle of Fort Driant. After Louis described the incident that ended in his capture, the Lieutenant revealed that he was one of the German soldiers who took part in the capture. The two continued their discussion throughout the evening and ended the evening as friends. Louis often retold the story and always smiled when he mentioned that the lieutenant was still the same rank as he was during the war, and he, Louis, was no longer a sergeant, but a captain. It pleased him that he outranked his former captor.
Although he spoke almost no Greek at all, due to living with his Ukrainian grandmother, the first five years of his life, however, he was fully aware of his Hellenism. In 1955, while serving in Germany, he decided to make his old dream come true and tried to visit Greece with his wife and children. Unfortunately, during the trip, his wife became seriously ill and they were forced to return to Germany to be hospitalized. He has not had the opportunity to visit his father's country since. Unfortunately, in 1958 his wife, Rosemary Alice Huber, passed away. A few years later, Louis decided to rebuild his life and married Leonora Johanna Gottheiner. With his two wives, he had a total of five children in whom he instilled his love for Greece. Louis Nick Saites retired as a Major in 1962. At the time he was assigned as Adjutant – Headquarters Sixth USA Recruiting District. During his military service he was honored with numerous awards (see Photos 5, 6 & 7). He died on March 22, 2002 in Lakeland, Polk County, Florida, USA, at the age of 78. May his memory be eternal!
Major Louis N Saites during his service received the following medals:
Bronze Star, Purple Heart, Air Medal, Army Commendation Medal with Oak Leaf Cluster, Army Presidential Unit Citation (2), Prisoner of War Medal, Army Good Conduct Medal, American Defense Service Medal, American Campaign Medal, Europe/African/Middle Eastern Campaign Medal with 3 Bronze Battle Stars, World War II Victory Medal, Army of Occupation Medal 1945-1990, National Defense Service Medal, Korea Service Medal with 2 Bronze Service Stars, Armed Forces Reserve Medal, and United Nations Service Medal. In addition, he received two Combat Infantry Badges and eight Overseas Bars.

SPECIAL THANKS: To Sherry Leonidas Saites for her great contribution and help during my search!
Κείμενο – Έρευνα: Γεώργιος Χαλκιαδόπουλος