πάτερ Μωησής Καπέλλας

Μια μακραίωνη Βυζαντινή παράδοση του Σινά - τον καθισματικό βίο - την "έκλεισε" ένας Ρουμελιώτης καλόγερος, ο Σπύρος Νικολάου Καπέλλας, ο πάτερ - Μωυσής του "θεοβάδιστου όρους".

Ο Καπέλλας, γεννήθηκε το 1861 στο Δωρικό Κροκύλειο, στα μητρώα του οποίου και είναι γραμμένος , με αύξοντα αριθμό 455. Για τα πρώτα χρόνια της ζωής του δεν ξέρουμε τίποτα, φαίνεται όμως πως, πέρα απ' τις συνηθισμένες δουλειές του χωριού, εργάστηκε και στους δρόμους που - με χίλιες δυσκολίες - άνοιγε τότε το νεαρό Κράτος. Στην τέχνη αυτή - προσεχτικός και φιλότιμος - απόχτησε και "ειδικότητα", που τη χρησιμοποίησε και πολύ εκτιμήθηκε στο Μοναστήρι.

 Όταν βρέθηκε εκεί, δεν ξέκοψε από τον τόπο του, κράταγε σχέσεις με τους δικούς του, 1915 - 1916 - μάλιστα - δέχτηκε και φιλοξένησε έναν άλλο Σπύρο Καπέλλα του Γιάννη, σίγουρα ανιψιό του, που θελε να γίνει μοναχός και πηγαινορχόταν, γι' αυτό, σε Βορρά και Νότο, στη Ρωσία και την Αίγυπτο. Ακόμα, έστειλε και ευαγγέλιο στον Αι Γιώργη - στο Κροκύλειο - πάνω στο οποίο χάραξε "Δωρεά Μωυσέως Σιναΐτου".

Στο μοναστήρι, πήγε γύρω στα 1900 και είναι άγνωστο αν - ως το θάνατό του - απομακρύνθηκε καθόλου από την καυτή , απέραντη, άμμο του. Θυμόταν πολύ καλά όμως τις συνήθειες της δροσερής πατρίδας του, αναπολούσε τις στιγμές που πέρασε στ' όμορφο κεφαλοχώρι του και ιστορούσε στους άλλους για τους ντόμπρους ανθρώπους, τα βαθύισκια λαγκάδια, τα ψηλά βουνά και το κάθε τι που γνώρισε.

Ένα τέτοιο νοσταλγικό ξαναβάφτισμα στο μακρινό Ρουμελιώτικο παρελθόν του άκουσε κι' ο μεγάλος Καζαντζάκης που στο βιβλίο του - "Ταξιδεύοντας - Σινά" - σημειώνει:
"Ο ....Ανάμεσα στα όρη , σε ύψος 1500 μέτρα, είναι χτισμένο σα φρούριο τετράγωνο, με πύργους και πολεμίστρες, το μοναστήρι του Σινά. Κοιτάζω κάτω στο μεγάλο περιαύλι του. Η εκκλησιά λάμπει στη μέση, και δίπλα της ένα μικρό άσπρο τζαμί, το μισοφέγγαρο σμίγει εδώ αδερφωμένο με το σταυρό. Γύρα ασπρολογούν, σκεπασμένα με το χιόνι, τα κελιά, οι αποθήκες, οι ξενώνες. Τρεις καλόγεροι κάθονται στον ήλιο και ζεσταίνονται. Μέσα στη μεγάλη πρωινή σιγαλιά, τα λόγια τους αντηχούν καθαρά στον αγέρα. Ο ένας διηγάται για τα θάματα που είδε στην Αμερική βαπόρια, γιοφύρια, πολιτείες, φάμπρικες, ο άλλος πως ψήνουν στη σούβλα τ' αρνιά στην πατρίδα του το Λιδωρίκι κι' ο τρίτος για τα θάματα της Αγίας Αικατερίνης, πως την πήραν οι άγγελοι και την έφεραν από την Αλεξάντρα στην κορυφή της Αγίας Αικατερίνης και πως ακόμα σώζεται ο τύπος του κορμιού της στο βράχο απάνου, όπου την απίθωσαν...".

Ο πάτερ Μωυσής - με τη Ρούμελη στην ψυχή και τα χείλια - πέθανε στις 7.1.1953, ενενήντα δυο χρονών. Τον νεκρό - μέσα σε βαρύ πένθος - "τακτοποίησε" ο νεαρός μοναχός Σωφρόνιος , Αρχιμανδρίτης - σήμερα - στο μετόχι της Μονής, στα Γιάννενα.

 Η αγάπη κι' η εκτίμηση για τον Μωυσή, όλων όσων τον γνώρισαν, είναι ζωγραφισμένη στα λίγα που έγραψε γι' αυτόν ο τότε γραμματέας της Μονής Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος, τωρινός Αρχιεπίσκοπος Σινά , Φαράν και Ραϊθώ, στο βιβλίο του "Σιναϊτικαί σελίδες ":


ΜΟΝΑΧΟΣ ΜΩΥΣΗΣ ΚΑΠΕΛΛΑΣ
Ήταν το τελευταίο λείψανο του Σιναϊτικού καθισματικού βίου. Με τον θάνατό του δεν ευρέθη άλλος, όχι από έλλειψιν διαθέσεως αλλά απο σπάνιν προσώπων να συνεχίσει μίαν παλαιάν παράδοσιν της Μονής.
Ο Μωυσής Καπέλλας κλείει μια ολόκληρο εποχή και μια σειρά μοναχών που έζησαν στα διάφορα καθίσματα της Μονής. Είναι η σφραγίδα του καθισματικού βίου εις την περιοχήν του Θεοβαδίστου Όρους. Τώρα που γράφω τας γραμμάς αυτάς μου φαίνεται πως επέρασε ανεπιστρεπτί η εποχή που έζησεν ο παλαίμαχος και καλοκάγαθος Μοναχός Μωυσής.
Δεν είναι απαισιόδοξος σκέψις, αλλ' ούτε και άστοχος των πραγμάτων εκτίμησις. Είναι η αντικειμενική πραγματικότης.
Διότι είδα έναν έναν απ' εκείνους τους αντιπροσωπευτικούς του καθισματικού βίου Πατέρας να παρέρχονται και εγνώρισα αρκετούς από την εποχή που συνεδέθην με την Μονήν χωρίς ν' αντικατασταθή κανείς . Έφυγεν ο Κοσμάς των Αγίων Αποστόλων, ο Ευγένιος των Αγίων Αναργύρων, ο Κώστας της Παναγίας του Δαυίδ στο Μποστάνι, χωρίς να φανεί κάποιος που θα τους αντικαθίστα και έμεινε ο Γέρο - Μωυσής. Ήταν των πατέρων της Μονής η χαρά, της Ιεράς Συνάξεως η προσοχή και της Α .Σεβασμιότητος του καλού μας Δεσπότου η μέριμνα.
Όλοι τον αγαπούσαν για την αγάπη του την απροσμέτρητη, και όλοι τον εσκέπτοντο με ξεχωριστή φροντίδα γιατί και αυτός για όλους εφρόντιζε και για όλους εμερίμνα. Τον περίμεναν κάθε Παρασκευή βράδυ να έλθει από τους Αγίους Σαράντα - (είναι το κάθισμα όπου έμενε) τα χρόνια με τα πόδια (τριών ωρών απόσταση) και τα τελευταία με το γαϊδουράκι του (όπου ήταν πια απάνω από ογδόντα χρονών) - σαν κάτι ιερό, σαν κάτι το απόκοσμο διότι και από τα δυο αυτά είχε η γλυκιά του μορφή. Είχεν έλθει μεγάλος στο Μοναστήρι, πάνω από σαράντα ετών. Ήλθεν όμως με θέλησι να μείνη και να αγιάσει.
Ήλθε μ' απόφασι ν' αγαπήση την Μονήν και ν' αγαπηθή απ' αυτήν. Και το πέτυχε διότι στα σαράντα χρόνια της ζωής του, στην έρημη γη του Σινά, δεν ευρέθη άνθρωπος που να μην τον ιδεί και να μην τον συμπαθήσει. Η απλότης του, στους τρόπους και στις εκδηλώσεις του, η ταπεινότης στην ομιλία και στην συμπεριφορά του, η προθυμία του στην κάθε της Μονής εργασία και ανάγκη, η φιλοξενία του και η περοποίησίς του, όχι μόνον Αβραμιαία αλλά και ανοιχτόκαρδος, τον έκαμαν περιζήτητο και αγαπητότατο. Ήταν ένας ηγεμονικός Αμφιτρύων.
 Ό, τι είχε και δεν είχε έπρεπε να το προσφέρει. Και είχε πολλά , διότι όλοι του έστελλαν. Αυτός όμως δεν τα εκράτει για τον εαυτόν του, η τα εμοίραζε η τα εφύλαττε γιά να τα προσφέρη όταν του πήγαιναν ξένοι. Ό,τι του έδιναν οι Πατέρες που ήρχοντο από τα Μετόχια εις χρήμα η η Ιερά Σύναξις ως ευλογία, η οι προσκυνηταί ως δώρον διά τους Αγίους Τεσσαράκοντα, όλα στους φτωχούς βεδουίνους εμοιράζοντα και στες γαστέρες των φτωχών και πεινασμένων παιδιών της ερήμου ερρίπτοντο.
Οι βεδουίνοι τον ελάτρευαν, και μόλοι ήθελαν να εργασθούν μαζί του, στον ελαιώνα και τον κήπο των Αγίων Τεσσαράκοντα που επέβλεπε, η στους δρόμους που έφτιαχνε (διότι είχε ειδικότητα στην τέχνη αυτή από το λαϊκό του βίο και την νεανική του ζωή), επειδή κανένα δεν αδικούσε και όλους, με το παραπάνω, αντάμοιβε.
Προτίμα οι άλλοι να φάνε παρά αυτός να κολατσίσει. Οι ξένοι των ήθελαν για συνοδίτη, γιατί όχι μόνον ήξευραν πως θα τους περιποιηθή αλλά και θα ακούσουν απ' το στόμα του τες απλοϊκές του θρησκευτικές ιστορίες και τες διηγήσεις του για τον βάσκανο οφθαλμό και το κακό μάτι. Οι πατέρες τον αναζητούσαν διότι από την συντροφιά του μόνο άρωμα καλοσύνης ανεδίδετο και η έρημος σήμερον τον αναζητεί διότι εχάθηκεν ο οδοιπόρος και ανιχνευτής της.
Είχε γυρίση όλους τους γύρω της Μονής κάμπους και όλες τις οροσειρές. Είχε φτιάξη δρόμους και μονοπάτια όχι μόνον για τα καμήλια, αλλά και τ' αυτοκίνητα ακόμη και τους πεζούς. Όλα τα προσκυνήματα έγιναν βατά γιατί ο Πατήρ Μωυσής είχε κάμει δρόμους ωραίους για οδοιπορίας. Δεν αφήκε σημείο αγιασμένο που δεν το επεσκέφθη και δεν έκαμε δρόμο. Από την αγία Κορυφή μέχρι τους Αγίους Σαράντα, από το Μοναστήρι στην αγία Κορυφή, τους Αγίους Θεοδώρους και Ιοθόρ με διακλάδωση στον Γαλακτίωνα και την Επιστήμη. Από το Μοναστήρι στην Ισμπαία και τον Ζάλαγκα και τον Νέμπι Σάλεχ στο Μοναστήρι κλπ.κλπ.
Αλλά προ παντός το όρος της Αγίας Αικατερίνης, εκεί ήτο η αδυναμία του και εκεί είχε στραμμένη όλη του την προσοχή. Εκεί ξεκουράζετο και εκεί ανεπαύετο, στο ύψος των 2.700 μέτρων, στην υψηλότερη κορυφή της Πετραίας Αραβίας, εκεί που οι άγγελοι, κατά την παράδοσιν, εναπέθεσαν το σώμα της Μεγαλομάρτυρος όταν το μετέφεραν απ' την Αλεξάνδρειαν. Εκεί που ένας άλλος προκάτοχός του με τα ίδια προσόντα. ο Μοναχός Κάλλιστος, έκτισε εκκλησία και ξενώνα διά τους προσκυνητάς, πετούσε ακόμη ψηλότερα ο νους του και ήγγιζε το Θείον. Εκεί ονειροπολούσε και εκεί προσηύχετο, εκεί αντλούσε δύναμι και εκεί κατήρχετο ανανεωμένος.
Πόσες εκατοντάδες φορές να είχε κάμη τον δρόμον αυτόν για να γευθή την δροσιά που σκορπίζει σε κάθε κατακαυμένη ψυχή η κορυφή Εκείνη;
Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζη και κανείς δεν δύναται να υπολογίση. Μα όσες και αν είναι για τον Πατέρα Μωυσή ήταν ένα αίτημα ψυχής.  
 Ήταν ο καθαρμός, ο εξαγνισμός και είχε φαίνεται προ πολλού πετύχει αυτήν την κάθαρσι: γιατί ούτε ίχνος αμαρτίας υπήρχε στην άδολη μορφή του. Η Αγία προ πολλού είχε μεσιτεύση γι' αυτόν στον Ουράνιο Κριτή. Και όταν ήλθεν η στιγμή να τον καλέση πλησίον του είχε το φεγγοβόλημα μιας χαρωπής ημέρας .
Πέθανε στο Μοναστήρι μέσα γιατί είχε αισθανθή τον θάνατόν του και δεν ηθέλησε να επιστρέψη στο κάθισμα των Αγίων Σαράντα. Οι Πατέρες λυπήθηκαν!! Όχι γιατί πέθανε αφού η ζωή του ανθρώπου και προ παντός του Μοναχού, πρέπει να είναι διαρκής μνεία θανάτου, αλλά γιατί δεν θα τον έβλεπαν ύστερα από λίγο μεταξύ των για να παίρνουν παραδείγματα και να ενισχύονται στη ζωή που διάλεξαν. Πολλοί σήμερα από τους παλαιούς Πατέρας τον νοιώθουν κοντά τους σε κάτι εξαιρετικές στιγμές. Άλλοι τον ζωντανεύουν με τα μάτια της ψυχής των, σαν να τους κρατά ακόμη και σήμερα συντροφιά, και ένας που ανέβηκε στο όρος της Αγίας Αικατερίνης μου είπε πως είδε το γέρο Μωυσή στο νερό της πέρδικας να κάθεται.
Εγώ πιστεύω πως ο Μωυσής έμεινε αθάνατος στα έργα του, στο διάβα του και το πέρασμα αυτό της ζωής του, γιατί όλα και όλοι, ακόμη και σήμερα, μιλούν γι' αυτόν και θα μιλούν στους αιώνες.

Του Κώστα Καψάλη από το http://www.lidoriki.com (10.07.2013) με τίτλο "Ο Κροκυλιώτης Μωησής του Θεοβάδιστου όρους Σινά"