Αθανάσιος Λιδωρίκης

Ο Λιδωρίκης ήταν κι αυτός από το Κροκύλειο, όπου γεννήθηκε το 1788. Το οικογενειακό του όνομα, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ήταν Σακαρέλος, από τον κλάδο της οικογένειας που ήταν γνωστός ως Σκαρλάτοι, ίσως για να ξεχωρίζουν από τους άλλους Σακαρελαίους, πρακτική συνηθισμένη, κυρίως για τα μεγάλα σόγια της περιοχής. Ήταν από οικογένεια προεστών που “...οπωσούν εξείχε των άλλων”, όπως σημειώνει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του. Για το ίδιο θέμα η παράδοση αναφέρει, όπως γράφει ο μπαρμπα -Αργύρης (εφημ. Το Κροκύλειο, Ιούλ.- Αύγ.1985): ”Εμείς εδώ στο χωριό είχαμε μια γυναίκα χήρα ευπαρουσίαστη που την έλεγαν Σκαρλάτενα. Το σπίτι τηςήταν δίπλα στου Σκαρλάτου του Κώστα...Το ονόμαζαν δε σεράι της Σκαρλάτενας, διότι σ’ αυτό το σπίτι είχαν εγκαταστήσει σταθμό οι Τούρκοι, όπου έμεναν τα αποσπάσματα τα Τουρκικά. Γι’ αυτό συνδέθηκε η Σκαρλάτενα με τους Τούρκους πολύ και την έστειλαν τα αποσπάσματα και στον πασά στα Γιάννενα. Εκεί η Σκαρλάτενα απόκτησε οικειότητα με τον πασά και την εξουσιοδότησε ο πασάς να μαζεύει τους φόρους από το χωριό και να είναι ο γενικός ντερβέναγας στο χωριό. Αυτή έλυνε και έδενε. Αυτή κρέμαγε και ξεκρέμαγε...Αυτή είχε δύο παιδιά τα οποία τα έστειλε στον πασά και τα εσπούδασε. Τα έγραψε δε εκεί, από Σκαρλάτηδες που ήσαν, τα έγραψε Λιδορίκηδες... Αυτά, όταν έγινε η απελευθέρωση, βοήθησαν τη Φιλική Εταιρεία καθώς άκουσα”. Είναι αξιοσημείωτο ότι σε σχετικό κατάλογο δεν αναφέρεται Σακαρέλος ή Σκαρλάτος ως πρόκριτος (εφημ. Το Κροκύλειο, Απρ.-Μάιος 1997). 

Σε παιδική ηλικία έστειλαν το Θανάση στα Λομποτινά, σε ένα από τα δύο σχολεία που λειτουργούσαν εκεί με την υποστήριξη των προεστών Καναβαίων. Λίγο αργότερα αναγκάστηκε να διακόψει, γιατί τα σχολεία, μετά την καταδίωξη των Καναβαίων από τον Αλή, διαλύθηκαν. Γύρισε στο Κροκύλειο, όπου, αν και μόλις γύρω στα δεκαπέντε, συνέστησε σχολείο και δίδασκε τα άλλα παιδιά (Α. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, σ. 339). Αυτό δείχνει ότι ήταν πολύ καλός στα γράμματα, όπως φαίνεται και από άλλα γεγονότα που θα δούμε παρακάτω. 

Ένας θείος του, αδελφός της μητέρας του, ο Δασκαλάκης, ήταν, όπως είδαμε, στο σώμα του Λουκά Καλλιακούδα και ανέλαβε την αρχηγία μετά το θάνατο του Λουκά. Στη συνέχεια ο Δασκαλάκης αναγκάστηκε να “προσκυνήσει” και έπρεπε, σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, να σταλεί στον Αλή πασά κάποιος όμηρος από την οικογένεια. Φαίνεται ότι ο Δασκαλάκης δεν είχε παιδιά και έστειλε τον ανεψιό του, το Θανάση. Ο Αλής τον παρέδωσε στο φημισμένο δάσκαλο Αθανάσιο Ψαλίδα για να συνεχίσει τη μόρφωσή του. Σημειώνουμε εδώ ότι η Σχολή του Ψαλίδα ήταν ισοδύναμη πανεπιστημιακής σχολής, με σημερινούς όρους. Επειδή ο Αλής είχε πολλούς ομήρους από διάφορα μέρη, για να τους θυμάται, τους αποκαλούσε με το όνομα του τόπου τους. Έτσι, ο Θανάσης Σκαρλάτος έγινε Θανάσης Λιδωρίκης. Το 1806 ο Αλή πασάς τον έκανε ιδιαίτερο γραμματέα του. 

Υπήρχε και δεύτερη οικογένεια Λιδωρικαίων, προεστών του Λιδωρικίου. Την εποχή που εξετάζουμε έγινε ένας γάμος μεταξύ των δύο οικογενειών και από τότε άρχισε η ανάμειξη, έως ότου οι δύο οικογένειες Λιδωρίκη, λίγο αργότερα, έγιναν μία. Σ’ αυτό συνετέλεσε και το ότι η οικογένεια εγκατέλειψε, όπως φαίνεται, μετά την Επανάσταση το Κροκύλειο, μια και δεν αναφέρεται πουθενά στη μετέπειτα ιστορία του χωριού. 

Ο Λιδωρίκης γνώριζε γαλλικά που τα καλλιέργησε με ιδιαίτερο δάσκαλο, πράγμα σπανιότατο για την εποχή εκείνη. Έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και ήταν επίσης στενός φίλος του Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος καταγόταν από, αρχικά, χριστιανική οικογένεια. Παντρεύτηκε την κόρη του Ντέμου, προύχοντα της Άρτας, και εγκατέστησε την οικογένειά του στην Άρτα, όσο πιο μακριά μπορούσε από τα Γιάννενα. Επειδή έλειπε συχνά στα Γιαννενα, χρειαζόταν έναν έμπιστο στο σπίτι του στην Άρτα. Για το σκοπό αυτό προσέλαβε ως επιστάτη το Γιάννη Μακρυγιάννη. Όταν ξέσπασαν τα γεγονότα της αποστασίας του Αλή πασά, ο Λιδωρίκης παγιδεύτηκε στα Γιάννενα, κατάφερε όμως να βγει από το φρούριο και να πάει, με τη συγκατάθεση του Αλή, στην Άρτα. Δεν επέστρεψε στα Γιάννενα, γιατί οι Τούρκοι τα είχαν περικυκλώσει από παντού. Έμεινε στην Άρτα και προωθούσε τα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας. Οι Τούρκοι, που στο μεταξύ είχαν καταλάβει την Άρτα, τον υποψιάστηκαν, τον συνέλαβαν και κατάσχεσαν όλη την κινητή περιουσία του, που κατάφερε να τη διασώσει προσωρινά, από μια αφύλακτη πόρτα, η πεθερά του. Τον έσωσε τότε ο φίλος του, ο Ομέρ Βρυώνης, που στο μεταξύ είχε προσχωρήσει στους Τούρκους. Όταν έμαθε τη σύλληψή του, έστειλε αμέσως αγγελιοφόρο μέσα στη νύχτα, με εντολή να ελευθερωθεί ο Λιδωρίκης. Μετά τη διάσωσή του, ο Κωλέτης του ανέθεσε να βολιδοσκοπήσει αν ο Αλή και ο Ομέρ Βρυώνης θα δέχονταν να συμπράξουν με τους Έλληνες στη σωτηρία του Αλή, με απώτερο σκοπό να τον έχουν σύμμαχο ενάντια στους Τούρκους στον επικείμενο αγώνα. Και οι δύο αρνήθηκαν, αλλά ο Ομέρ δεν κατέδωσε το Λιδωρίκη στους Τούρκους. Αναλογίζεται κανείς ποια θα ήταν η έκβαση της Επανάστασης αν είχε πετύχει αυτή η αποστολή και ποια θα ήταν η θέση του Λιδωρίκη στην ιστορία. 

Κατόπιν, μόλις έμαθε ο Λιδωρίκης ότι ελληνικά στρατεύματα είχαν μαζευτεί έξω από την Άρτα, δραπέτευσε και ενώθηκε με τους Έλληνες. Αυτό είχε ως συνέπεια να συλληφθεί η οικογένειά του στην Άρτα. Ο Τούρκος διοικητής της Άρτας έβαλε στο μάτι τη σύζυγο του Λιδωρίκη, δεν μπορούσε όμως να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του, γιατί ήταν έγκυος και όταν ήρθε η ώρα της γέννησε ένα κοριτσάκι. Ο Τούρκος αγάς αναγκάστηκε να περιμένει, ώστε να περάσει η περίοδος της λοχείας. Για καλή τους όμως τύχη έφτασε εκείνη την εποχή στην Άρτα ο ανεψιός του Ομέρ Βρυώνη και όταν έμαθε τα γεγονότα ενδιαφέρθηκε για τη γυναίκα του Λιδωρίκη. Οι αντιρρήσεις του πασά δεν κάμφθηκαν, η ροή όμως των γεγονότων έδωσε τη λύση. Τις μέρες εκείνες έφτασαν ελληνικά στρατεύματα έξω από την Άρτα. Ο ανεψιός του Βρυώνη συμβούλεψε τις γυναίκες να καταφύγουν στο αγγλικό προξενείο. Την άλλη μέρα, όταν έγινε συμπλοκή μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων, ο Λιδωρίκης έστειλε, μέσα στη σύγχυση, το Μακρυγιάννη με ένα μικρό απόσπασμα και έσωσε την οικογένειά του. Το γεγονός αυτό το αναφέρει και ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του. Στα γεγονότα αυτά ο Λιδωρίκης έχασε όλη την ακίνητη και κινητή περιουσία του. 

Ο Λιδωρίκης ήταν πράος άνθρωπος και δεν είχε καμιά σχέση με τα όπλα. Σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα έλαβε μέρος ως πληρεξούσιος της επαρχίας του σε όλες τις Εθνοσυνελεύσεις. Επί Καποδίστρια έγινε διοικητής Λιβαδειάς, μετά όμως τη δολοφονία του Κυβερνήτη και επειδή ήταν οπαδός του, δεν πήρε καμιά θέση. Αποσύρθηκε με την οικογένειά του στην Άμφισσα, όπου είχε δικό του σπίτι. Λίγο αργότερα εκλέχθηκε μέλος της τριμελούς Επιτροπής που θα κυβερνούσε τη χώρα μέχρι την άφιξη του Όθωνα. Δεν δέχθηκε όμως αυτή τη θέση, άγνωστο για ποιο λόγο. Όταν ήρθε ο Όθωνας, διορίστηκε διοικητής Καρύταινας στην Πελοπόννησο. Μετά τη διαίρεση της χώρας σε νομαρχίες δεν πήρε καμιά θέση και αποσύρθηκε πάλι στο σπίτι του στην Άμφισσα. Αργότερα έγινε έπαρχος Λιβαδειάς. 

Σε αντίθεση με το Μακρυγιάννη, δεν είχε καμιά συμμετοχή στα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843. Η επόμενη δημόσια θέση του ήταν διπλή: μέλος της Ελληνο-Οθωμανικής Επιτροπής εκδίκασης μικτών υποθέσεων, γερουσιαστής και ταυτόχρονα βασιλικός επίτροπος στην Ιερά Σύνοδο στους ταραγμένους εκείνους καιρούς της εκκλησιαστικής διένεξης. Μετά την εκθρόνιση του Όθωνα έζησε, συνταξιούχος πια, στην Αθήνα, όπου και πέθανε στις 5 Απριλίου του 1868.

Από το Εν Κροκυλείω Δωρίδος του Παρασκευά Αθ. Μπακαρέζου